Results for:  ()

aerometry±????????± (·)affect??½±???·?± (??)affected"???²±???­½??-·-?, ??·??±??­½??-·-?adjunction????¬??·?· (·) adjunctival????±??·?±?????-?-?adnominal#????½??±?????-?-?, ???½??±?????-?-?
aerometry±????????± (·)affect??½±???·?± (??)affected"???²±???­½??-·-?, ??·??±??­½??-·-?adjunction????¬??·?· (·) adjunctival????±??·?±?????-?-?adnominal#????½??±?????-?-?, ???½??±?????-?-?
aerometry±????????± (·)affect??½±???·?± (??)affected"???²±???­½??-·-?, ??·??±??­½??-·-?adjunction????¬??·?· (·) adjunctival????±??·?±?????-?-?adnominal#????½??±?????-?-?, ???½??±?????-?-?
aerometry±????????± (·)affect??½±???·?± (??)affected"???²±???­½??-·-?, ??·??±??­½??-·-?adjunction????¬??·?· (·) adjunctival????±??·?±?????-?-?adnominal#????½??±?????-?-?, ???½??±?????-?-?
mentalism½?·??±???± (·) mentalistic½?·??±??????-?-?merge??³??½??? ??³??½???· (·)meaningful?»??·?-·?-?? ?·?±??±?medial ???±???-±-?medium?­?? (??)mellow
mentalism½?·??±???± (·) mentalistic½?·??±??????-?-?merge??³??½??? ??³??½???· (·)meaningful?»??·?-·?-?? ?·?±??±?medial ???±???-±-?medium?­?? (??)mellow
mentalism½?·??±???± (·) mentalistic½?·??±??????-?-?merge??³??½??? ??³??½???· (·)meaningful?»??·?-·?-?? ?·?±??±?medial ???±???-±-?medium?­?? (??)mellow
mentalism½?·??±???± (·) mentalistic½?·??±??????-?-?merge??³??½??? ??³??½???· (·)meaningful?»??·?-·?-?? ?·?±??±?medial ???±???-±-?medium?­?? (??)mellow
prototype?????????? (?)??????-±-? proportional±½±»?³????-?-?proportional opposition±½±»?³??? ±½?????· (·) proposition»?³??? ????±?· (·)proposition(al)»?³???????±??±???-prosodeme??????·?± (??)prosodic???????±???-?-?prosodic feature???????±?? ?±?±??·??????? (??)prosodic phonology???????±?? ??½?»?³?± (·)prosody
prototype?????????? (?)??????-±-? proportional±½±»?³????-?-?proportional opposition±½±»?³??? ±½?????· (·) proposition»?³??? ????±?· (·)proposition(al)»?³???????±??±???-prosodeme??????·?± (??)prosodic???????±???-?-?prosodic feature???????±?? ?±?±??·??????? (??)prosodic phonology???????±?? ??½?»?³?± (·)prosody
prototype?????????? (?)??????-±-? proportional±½±»?³????-?-?proportional opposition±½±»?³??? ±½?????· (·) proposition»?³??? ????±?· (·)proposition(al)»?³???????±??±???-prosodeme??????·?± (??)prosodic???????±???-?-?prosodic feature???????±?? ?±?±??·??????? (??)prosodic phonology???????±?? ??½?»?³?± (·)prosody
prototype?????????? (?)??????-±-? proportional±½±»?³????-?-?proportional opposition±½±»?³??? ±½?????· (·) proposition»?³??? ????±?· (·)proposition(al)»?³???????±??±???-prosodeme??????·?± (??)prosodic???????±???-?-?prosodic feature???????±?? ?±?±??·??????? (??)prosodic phonology???????±?? ??½?»?³?± (·)prosody
(επ)αναδρομή (η)recursion
(επ)αναδρομικός-ή-ό, επαναληπτικός-ή-όrecursive
(επ)αναδρομικότητα (η), επαναληπτικότητα (η), επανάληψη (η)recursiveness
(προ)επιφανειακή δομή (η)S-structure
-ποιημένος-η-ο-ised/-ized
-ποίηση (η)-isation/-ization
-ποιώ-ise/ize
BO, ΜΟBT
eπαμφοτερίζουσα ή αμοιβαία αφομοίωσηcoalescent ή reciprocalCrystal (1997, 2002)
ONOMNOM
oμωνυμική σύγκρουσηhomonymic clash/conflictCrystal (1997, 2002)
tt
α-δέσμευση (η) (αναφορική δέσμευση σε θέση ορίσματος), αναφορική δέσμευση σε οργανική θέσηa-binding
α-πάνω στο-α (το)a-over-a
ΑΑDO
ΑΑΦASR
αβαθής-ής-ές, προεπιφανειακός-ή-όshallow
άγκιστρα (τα)brace
άγκιστρα (τα)curly brackets
άγκιστροcurly bracketCrystal (1997, 2002)
αγκύλες (οι)brackets
αγκύληsquare bracketCrystal (1997, 2002)
αγκυρωμένος-η-οanchored
αγκυρώνω, άγκυρα (η)anchor
αγκύρωση (η)anchoring
αγκύρωση, αγκυρωμένος, -η, -οanchoredCrystal (1997, 2002)
αγραμματισμός (ο)agrammatism
ΑΔΒΘREST
αδελφικός-ή-ό, αδελφός (ο)sister
αδελφόςsisterCrystal (1997, 2002)
αδέσμευτη εξάρτηση (η)unbounded dependency
αδέσποτος-η-ο, αποκομμένος-η-οstray
αδιαφάνειαopacityCrystal (1997, 2002)
αδιαφάνεια (η)opacity
αδιαφανή / μη διαπερατά περικείμεναopaque contextsCruse (2006)
αδιαφανής-ής-έςopaque
ΑΕΑMDP
ΑΕΚΔSAAD
αερομετρία (η)aerometry
ΑΕΣCAP
άηχος-η-οunvoiced
άηχος-η-οvoiceless
αιτήματα (τα), αξιώματα (τα)postulates
αιτιακός-ή-όcausative
αιτιατική (η)accusative
αιτιατικότηταaccusativityCrystal (1997, 2002)
αιτιατικότητα (η)accusativity
αιφνίδιος γλωσσικός θάνατοςsudden language deathFromkin et al (2003)
ΑΚID
ακαδημαϊκά μονόγλωσσα λεξικάscholarly/academy dictionariesΞυδόπουλος (2007)
ακαταλληλότηταinappropriatenessCruse (2006)
ακεραιότηταintegralityΞυδόπουλος (2007)
ακέφαλος-η-οnon-headed
ΑΚΚECP
ακολουθία (η)sequence
ακουστή τριβή (η)audible friction
ακουστικήacousticsCrystal (1997, 2002)
ακουστική (η)acoustics
ακουστική ένδειξηacoustic cueCrystal (1997, 2002)
ακουστική φωνητικήacoustic phoneticsCrystal (1997, 2002)
ακουστική φωνητική (η)acoustic phonetics
ακουστικό σήμαacoustic signalFromkin et al (2003)
ακουστικό χαρακτηριστικό (το), ακουστική ένδειξη (η)acoustic feature/cue
ακουστικός ?ή.-όacousticCrystal (1997, 2002)
ακουστικός-ή-όacoustic
ακουστότητα (η)loudness
ακραίοapico-Crystal (1997, 2002)
ακραίο μέρος (το), ακράιος-α-οedge
ακραιο-apico-
ακραίο-α-οapical
ακραίος ?α,-οapicalCrystal (1997, 2002)
άκρη (η), κορυφή (η)tip
άκρο (το)apex
ακρολεκτικός ?ή,-όacrolectalCrystal (1997, 2002)
ακρολεκτικός-ή-όacrolectal
ακρόλεκτος (η)acrolect
ακρωνύμιο (το)acronym
ακυβέρνητος-η-οungoverned
αλγόριθμος (ο)algorithm
άλεση (η), αλεστικός-ή-όgrinding
αλεσμένα ονόματαground nounsCrystal (1997, 2002)
αλεσμένος ?η,-οgroundCrystal (1997, 2002)
αλεσμένος-η-οground
αλεστήςgrinderCrystal (1997, 2002)
αλεστής (ο)grinder
αλεστικός ?ή,-όgrindingCrystal (1997, 2002)
αλήθεια του Θεού (η)God?s truth
αληθειακή τροπικότηταalethic modalityCrystal (1997, 2002)
αληθειακός-ή-όalethic
αλλαγή χαρακτηριστικώνfeature-changingCrystal(1997,2002)
αλληγορική γλώσσαfigurative languageCruse (2006)
αλλο-allo-
αλλόγραφαallograrhsCrystal (1997, 2002)
αλλόκινοallokineCrystal (1997, 2002)
αλλόμορφαallomorphsCrystal (1997, 2002)
αλλόσημοallosemeCrystal (1997, 2002)
αλλοτριώσιμη κτήσηalienable possessionCrystal (1997, 2002)
αλλοτριώσιμος-η-ο, αποσπάσιμος-η-οalienable
αλλόφωναallophonesCrystal (1997, 2002)
αλλοφωνική παραλλαγήallophonic variantCrystal (1997, 2002)
αλλόχρονοallochroneCrystal (1997, 2002)
αλυσίδα (η), άλυση (η)chain
αλυσίδα έλξηςdrag chainCrystal (1997, 2002)
αλυσίδα έλξης (η)drag chain
αλυσίδα ή άλυση μετακίνησηςmovement chainCrystal (1997, 2002)
αλυσίδα μετακίνησηςmovement chainCrystal (1997, 2002)
αλυσίδα ομιλίαςspeech chainCrystal (1997, 2002)
αλυσίδα πίεσηςpush chainCrystal (1997, 2002)
αλυσίδα πίεσης (η)push chain
αλυσίδα/επιλογήchain/choice
αλυσίδωσηchainingCrystal (1997, 2002)
αλυσιδωτή μετατόπισηchain shiftCrystal (1997, 2002)
αλυσιδωτή σύνδεση (η)concatenation
αλυσιδωτός ?ή,-όchainCrystal (1997, 2002)
αλυσοειδής-ής-έςcatenative
αλφαβητικά λεξικάalphabetic dictionariesΞυδόπουλος (2007)
αλφαβητική γραφήalphabetic writingFromkin et al (2003)
αλφαβητική ταξινόμησηalphabetical ordering/listing/arrangementΞυδόπουλος (2007)
αλφαβήτισηalphabetizationΞυδόπουλος (2007)
αμάλγαμα (το), μίγμα (το), συμφυρμός (ο)blend
αμαλγάμωση (η)blending
αμαλγάμωση ή σύμφυρσηblendingCrystal (1997, 2002)
άμεσαon recordYule (1996)
άμεση κυριαρχία (η)immediate dominance
άμεσο αντικείμενοdirect objectCrystal (1997, 2002)
άμεσο αντικείμενοdirect objectCrystal (1997, 2002)
άμεσο συστατικό (το)immediate constituent
άμεσος-η-ο, ευθύς-εία-ύdirect
αμετάβατες σχέσειςintransitive relationsCruse (2006)
αμετάβατος-η-οintransitive
αμετάβατος-η-οintransitiveCrystal (1997, 2002)
αμεταβατότητα (η)intransitivity
αμετάβλητες λέξειςinvariable, invariant wordsCrystal (1997, 2002)
αμετάβλητος ?η,-οinvariantCrystal (1997, 2002)
αμετάβλητος-η-οinvariable
αμετάβλητος-η-οinvariant
αμεταβλητότητα (η)invariance
αμιγές φωνήεν (το), μονοφώνημα (το)pure vowel
αμιγής μουσικός τόνοςpure toneCrystal (1997, 2002)
αμοιβαία ή «επαμφοτερίζουσα» αφομοίωσηreciprocal assimilationCrystal (1997, 2002)
αμοιβαία κατανόηση (η), αμοιβαία κατανοησιμότητα (η)mutual intelligibility
αμοιβαία κατανοησιμότηταmutual intelligibilityCrystal (1997, 2002)
αμοιβαίος-α-ο, αλληλοπαθής-ής-έςreciprocal
αμφίθημα (το)ambifix
αμφιμονοσημαντότητα (η), αμφιμονοσήμαντο (το)biuniqueness
αμφισημία (η)ambiguity
αμφισημίες πεδίουscope ambiguitiesCrystal (1997, 2002)
αμφίσημος ?η,-οambiguousCrystal (1997, 2002)
αμφίσημος-η-οambiguous
αμφισυλλαβίζωambisyllabify
αμφισυλλαβίζωambisyllabifyCrystal (1997, 2002)
αμφισυλλαβικός ?ή,-όambisyllabicCrystal (1997, 2002)
αμφισυλλαβικός-ή-όambisyllabic
αμφισυλλαβικότητα (η)ambisyllabicity
αμφισυλλαβισμόςambisyllabificationCrystal (1997, 2002)
αμφισυλλαβισμός (ο)ambisyllabification
αμφιωτική ακρόασηdichotic listeningFromkin et al (2003)
αναβάθμιση (η)promotion
ανάβαση (η)ascension
αναγκαίες συνθήκες (οι)essential conditions
ανάγκες προσώπουface wantsYule (1996)
αναγνώριση (η)recognition
αναγνώριση (η)/προσδιορισμός (ο)/επαλήθευση (η) ομιλητήspeaker recognition/identification/verification
αναγνώριση ομιλητήspeaker recognitionCrystal (1997, 2002)
αναγνώριση ομιλίαςspeech recognitionCrystal (1997, 2002)
αναγνώριση ομιλίαςspeech receptionCrystal (1997, 2002)
αναγνώριση ομιλίας (η)speech recognition
αναδιάταξη (η)reordering
αναδιπλασιάζωreduplicate
αναδιπλασιάζωreduplicateCrystal (1997, 2002)
αναδιπλασιάζων-ουσα-ον, αναδιπλασιαστής (ο)reduplicant
αναδιπλασιασμός (ο)reduplication
αναδιπλασιαστήςreduplicantCrystal (1997, 2002)
αναδιπλασιαστικός ?ή-ό / αναδιπλασιάζων-ουσα-ονreduplicativeCrystal (1997, 2002)
αναδιπλασιαστικός-ή-όreduplicative
αναδόμησηrestructuringCrystal (1997, 2002)
αναδόμηση (η)restructuring
αναδραστικά σήματαbackchannels/backchannel signalsYule (1996)
αναδρομικός σχηματισμός (ο)back-formation
αναθεωρημένη διευρυμένη βασική θεωρία (η)revised extended standard theory
αναιτιατικήunaccusativeCrystal (1997, 2002)
αναιτιατική (η)unaccusative
ανακάλυψη (η), ανεύρεση (η)discovery
ανάκαμψηretroflex, retroflexionCrystal (1997, 2002)
ανάκαμψη (η)retroflexion
ανακατάταξη (η)scrambling
ανακεκαμμένος-η-οretroflex
ανακεκαμμένος-η-οretroflexed
ανακεκομμένη συλλαβήchecked syllableCrystal (1997, 2002)
ανακεκομμένος-η-οchecked
ανακλαστική σχέσηreflexive relationCruse (2006)
ανακλητικές αναφορικές προτάσειςresumptive relative clausesCrystal (1997, 2002)
ανακλητικές αντωνυμίεςresumptive pronounsCrystal (1997, 2002)
ανακλητικές ή σκιώδεις αντωνυμίεςresumptive ή shadow pronounsCrystal (1997, 2002)
ανακλητικός-ή-όresumptive
ανακόλουθον (το)anacoluthon
ανακτήσιμος-η-οrecoverable
ανακτησιμότηταrecoverabilityCrystal (1997, 2002)
ανακτησιμότητα (η)recoverability
ανακύκλωση (η)backlooping
ανακύκλωση (η)loopback
ανακύλιση (η)reiteration
αναλλοίωτη διατήρηση (η)holding
αναλογία (η)analogy
αναλογία τύπου και δείγματος (η), αναλογία τύπου και εκτύπου (η)type-token ratio
αναλογική αντίθεσηproportional oppositionCrystal (1997, 2002)
αναλογική αντίθεση (η)proportional opposition
αναλογική γλωσσική αλλαγήanalogic changeFromkin et al (2003)
αναλογική δημιουργίαanalogical creationCrystal (1997, 2002)
αναλογικός σχηματισμός (ο)levelling
αναλογικός-ή-όproportional
ανάλογο ακουστικού πεδίου (το)acoustic domain analog
ανάλυση μέσω σύνθεσης (η)analysis-by synthesis
ανάλυση σε άμεσα συστατικάimmediate-constituent analysisCrystal (1997, 2002)
ανάλυση συνομιλίας (η)conversation analysis
αναλύσιμος-η-οanalysable
αναλυτικές γλώσσεςanalytical languagesCrystal (1997, 2002)
αναλυτική λογική πρότασηanalytic propositionCruse (2006)
αναλυτικό δένδροparse treeCrystal (1997, 2002)
αναλυτικός-ή-όanalytic
αναλυτικότηταanalyticityCrystal (1997, 2002)
αναλυτικότητα (η)analyticity
ανανέωση της σύνδεσης (η)renewal of connection
αναπαράστασηrepresentationCrystal (1997, 2002)
αναπαράσταση (η)representation
αναπαραστατική λειτουργίαideational functionYule (1996)
αναπαριστώrepresent
αναπεμπτική αναφοράanaphoric referenceCrystal (1997, 2002)
αναπεμπτικός ?ή,-όanaphoricCrystal (1997, 2002)
αναπληρωτική έκταση (η)compensatory lengthening
αναπνευστική ομάδα (η)breath group
αναπτυκτικός-ή-όanaptyctic
ανάπτυξη (η)anaptyxis
ανάπτυξη (η)expansion
αναπτύσσωexpand
ανασκόπηση και περικοπή ύληςrevision and abridgingΞυδόπουλος (2007)
ανάστροφα αντίθεταreversivesCruse (2006)
αναστροφή (η)reversal
ανασυλλαβίζω, ανακατανέμω συλλαβέςresyllabify
ανασυλλαβίζω, ανακατανέμω συλλαβή/συλλαβική δομήresyllabify
ανασυλλαβισμός (ο), ανακατανομή συλλαβών (η),resyllab(if)ication
ανασύνθεσηreconstructionCrystal (1997, 2002)
ανασύνθεση (η)reconstruction
ανασυνθέτωreconstruct
ανατροφοδότηση (η), ανάδραση (η)feedback
αναφοράreferenceCrystal (1997, 2002)
αναφορά (η)reference
αναφοράςreferringCrystal (1997, 2002)
αναφορικά επιρρήματαrelative adverbsCrystal (1997, 2002)
αναφορικά υποκατάσταταanaphoric substitutesCrystal (1997, 2002)
αναφορικές αντωνυμίεςrelative pronounsCrystal (1997, 2002)
αναφορικές αντωνυμίεςrelative pronounsCrystal (1997, 2002)
αναφορικές επαφήςcontact relativesCrystal (1997, 2002)
αναφορικές λέξειςanaphoric wordsCrystal (1997, 2002)
αναφορικές προτάσειςrelative clausesCrystal (1997, 2002)
αναφορική αδιαφάνειαreferential opacityCrystal (1997, 2002)
αναφορική πρότασης επαφήςcontact relativeCrystal (1997, 2002)
αναφορική σημασίαreferential meaningCrystal (1997, 2002)
αναφορική σύνδεση (η), αναφορική δέσμευση (η)binding
αναφορικό στοιχείο (το)anaphor
αναφορικοί δείκτες (οι)referential indices
αναφορικοποίησηrelativisationCrystal (1997, 2002)
αναφορικοποίηση (η)relativisation
αναφορικός ?ή, -όreferentialCrystal (1997, 2002)
αναφορικός-ή-όreferential
αναφορικός-ή-όrelative
αναφορικός-ή-ό, αναπεμπτικός-ή-όanaphoric
αναφορικός-ή-ό, αναφοράς (της)referring
αναφορικότητα (η), αναπομπή (η)anaphora
ανενεργός-ή-όch?meur
ανεπάρκεια του ερεθίσματοςpoverty of the stimulusFromkin et al (2003)
ανεπαρκή δεδομέναimpoverished dataFromkin et al (2003)
ανεπιτυχές εκφώνημα (το)infelicitous utterance
ανερχόμενη άρμοσηrising junctureCrystal (1997, 2002)
ανεύρεση πληροφοριώνinformation retrievalFromkin et al (2003)
ανθρωπολογική γλωσσολογίαanthropological linguisticsCrystal (1997, 2002)
ανθρωπολογική γλωσσολογία (anthropological linguistics
ανθρωποφωνητική (η)anthropophonics
ανιών-ούσα-όνrising/rise
ανοδικό ημίφωνοon-glideCrystal (1997, 2002)
άνοιγμα (το)aperture
ανοικτή άρμοσηopen junctureCrystal (1997, 2002)
ανοικτή μετάβασηopen transitionCrystal (1997, 2002)
ανοικτός-ή-όopen
ανοιχτή τάξηopen classCrystal (1997, 2002)
ανομίαanomiaFromkin et al (2003)
ανομοίωση (η)dissimilation
ανοσιολογίαprofanityΞυδόπουλος (2007)
ανταγωνισμόςantagonismCruse (2006)
αντήχηση (η)resonance
αντηχητικός-ή-όecho
αντηχητικός-ή-όsonorant
αντηχώresonate
αντηχώresonateCrystal (1997, 2002)
αντηχών-ούσα-όνresonant
αντι-απαγόρευση (η)counter-bleeding
αντι-τροφοδότηση (η)counter-feeding
αντιαπαγόρευση (η)counterbleeding
αντιαπαγορεύωcounterbleed
αντιαπαγορεύωcounterbleedCrystal (1997, 2002)
αντιγεγονοτική προϋπόθεσηcounterfactual presupositionYule (1996)
αντιγεγονοτικοί υποθετικοί τύποιcounterfactual conditionalsCruse (2006)
αντιγεγονοτικός-ή-όcontrafactive
αντιγεγονοτικός-ή-όcontrafactiveCrystal (1997, 2002)
αντιγραμματικός-ή-όungrammatical
αντιγραμματικότητα (η)ungrammaticality
αντιγραμματικότητα (η)ungrammaticalness
αντίγραφα ετικέταςcopy tagsCrystal (1997, 2002)
αντιγραφή (η)copying
αντίγραφο (το), αντιγράφωcopy
αντιδιαισθητικός (η)counter-intuitive
αντιδιαισθητικότηταcounter-intuitivenessCrystal (1997, 2002)
αντιδιαισθητικότητα (η)counterintuitiveness
αντιδιασπαστικότηταuninterruptabilityCrystal(1997,2002)
αντιδιασπαστικότητα (η)uninterruptability
αντίθεση (η)contrast
αντίθεση (η)opposition
αντίθετες κατευθύνσειςopposite directionsCruse (2006)
αντιθετική ανάλυσηcontrastive analysisCrystal (1997, 2002)
αντιθετική προφορά (η)contrastive accent
αντιθετικοί μουσικοί τόνοιcontrasting tonesFromkin et al (2003)
αντιθετικός δυναμικός τόνοςcontrastive stressCrystal (1997, 2002)
αντιθετικός δυναμικός τόνος (ο)contrastive stress
αντιθετικός-ή-όcontrastive
αντιθετικότητα (η)contrastivity
αντίθετοι όροιcontrary terms , contrariesCrystal (1997, 2002)
αντίθετος-η-οcontrary
αντικαταστατικός-ή-όreplacive
αντικειμενική πτώσηobjective caseCrystal (1997, 2002)
αντικειμενικός ?ή,-όobjectiveCrystal (1997, 2002)
αντικειμενικός-ή-όobjective
αντικείμενο (το)object
αντικείμενο αναφοράς (το)referent
αντιλαμβάνομαιcognize
αντιλεξικάreversed dictionariesΞυδόπουλος (2007)
αντιληπτική φωνητική (η)auditory phonetics
αντιληπτικό/αναγνωριστικό λεξιλόγιοreceptive/recognition vocabularyΞυδόπουλος (2007)
αντιληπτικός ?ή,-όperceptualCrystal (1997, 2002)
αντιληπτικός-ή-όperceptual
αντίληψη (η)perception
αντίληψη ομιλίαςspeech perceptionCrystal (1997, 2002)
αντιπαθητική (η)antipassive
αντιπαράδειγμα (το)counter-example
αντιπαραθετική γλωσσολογίαcontrastive linguisticsCrystal (1997, 2002)
αντιπαραθετική πραγματολογίαcontrastive pragmaticsYule (1996)
αντίπλευρος-η-οcontralateralFromkin et al (2003)
αντιπραγματικός-ή-όcounter-factual
αντιπροσωπευτικός-ή-ό, αναπαραστατικός-ή-όrepresentative
αντιστοιχία (η)correspondence
αντιστοιχίζω, απεικονίζωmap
αντιστοίχιση (η), απεικόνιση (η)mapping
αντιστοιχισμένος-η-ο, απεικονισμένος-η-οmapped
αντιστοιχώcorrespond
αντίστροφα λεξικάendings dictionariesΞυδόπουλος (2007)
αντιστροφή (η)inversion
αντίστροφη σχέσηconverse relationCruse (2006)
αντιστροφικότητα (η)converseness
αντίστροφοι όροιconverse termsCrystal (1997, 2002)
αντίστροφος-η-οconverse
αντίστρωμα (το)adstratum
αντιτροφοδότηση (η)counterfeeding
αντιτροφοδοτώcounterfeed
αντιφατικά αντώνυμαcontradictory antonymsΞυδόπουλος (2007)
αντιφατικοί όροιcontradictory terms, contradictoriesCrystal (1997, 2002)
αντιφατικός-ή-όcontradictory
αντωνυμία (η)antonymy
αντωνυμία (η), αντωνυμικό στοιχείο (το)pronoun
αντωνυμικό ζεύγοςantonymic pairFromkin et al (2003)
αντωνυμικό στοιχείοpronounCrystal (1997, 2002)
αντωνυμικό συστατικό (το)pro-constituent
αντωνυμικοποίηση (η)pronominalization
αντωνυμικοποιώpronominalize
αντωνυμικός τύπος (o)pro-form
αντωνυμικός τύπος οφpro-npCrystal (1997, 2002)
αντωνυμικός-ή-όpronominal
αντώνυμο (το)antonym
ανυψώνω, ανυψώνομαιraise
ανύψωση (η)raising
ανύψωση αντικειμένουobject-raisingCrystal (1997, 2002)
ανύψωση του δεξιού κόμβου (η)right node raising
ανύψωση υποκειμένουsubject-raisingCrystal (1997, 2002)
ανωμαλίαanomalyFromkin et al (2003)
ανωμαλία (η)irregularity
ανώμαλος-η-οirregular
ανώμαλος-η-οanomalousFromkin et al (2003)
ανώτερη κατηγορία (η)higher category
αξία (η)valeur
αξιολογητικός-ή-όevaluative
αξίωμα (το)axiom
αξίωμα της γενναιοδωρίαςgenerosity maximCruse (2006)
αξίωμα της μετριοπάθειαςmodesty maximCruse (2006)
αξίωμα της ποιότηταςmaxim of qualityCrystal (1997, 2002)
αξίωμα της ποσότηταςmaxim of quantityCrystal (1997, 2002)
αξίωμα της συγκατάθεσης και της μετριοπάθειαςapprobation and modesty maximCruse (2006)
αξίωμα της συμπόνιαςsympathy maximCruse (2006)
αξίωμα της συμφωνίαςagreement maximCruse (2006)
αξίωμα της συνάφειαςmaxim of relevanceCrystal (1997, 2002)
αξίωμα του τρόπουmaxim of mannerCrystal (1997, 2002)
αξιώματαaxiomsCrystal (1997, 2002)
αξιώματα της διακριτικότητας και της γενναιοψυχίαςtact and generosity maximsCruse (2006)
αξιώματα της συνομιλίας (τα)maxims of conversation
αξιωματικήaxiomaticsCrystal (1997, 2002)
αξιωματικός φανκτιοναλισμόςaxiomatic functionalismCrystal (1997, 2002)
αξιωματικός-ή-όaxiomatic
άξονας (o)axis
άξονας (ο), επίπεδο (το)tier
άξονας Χ (ο)X-tier
άξονας χρονοργάνωσηςtiming tierCrystal (1997, 2002)
αξονική (η)pivot
αόριστα άρθραindefinite articlesCrystal (1997, 2002)
αόριστες αντωνυμίεςindefinite pronounsCrystal (1997, 2002)
αόριστη αναφοράindefinite referenceCruse (2006)
αοριστικός-ή-όaoristic
αόριστος (o)aorist
αόριστος-η-οindefinite
αοριστότητα (η)indefiniteness
απαγόρευση (η)bleeding
απαγορευτικός-ή-όproscriptive
απαγορεύωbleed
απαλείφωdelete
απαλοιφή (η)deletion
απαλοιφή αντικειμένου (η)tough movement
απαλοιφή ισοδύναμης ΟΦ (η), έκπτωση ισοδύναμης ΟΦ (η), απαλοιφή όμοιου υποκειμένου (η), απαλοιφή ταυτόσημης ΟΦ (η)equi NP deletion
απαλοιφή του do (η)/εισαγωγή του do (η)/υποστήριξη του do/με το do (η)do-deletion/insertion/support
απαλοιφή του γουίζ (whiz) (η)whiz-deletion
απαρεμφατική πρότασηinfinitive ή infinitival clauseCrystal (1997, 2002)
απαρεμφατικός-ή-όinfinitival
απαρέμφατο (το)infinitive
απαρέμφατο toto infinitiveCrystal (1997, 2002)
απαρχαιωμένος-η-οobsolete
απαρχαίωση (η)obsolescence
απεικόνιση μαγνητικού συντονισμούmagnetic resonance imaging (mri)Fromkin et al (2003)
απεριοδικός-ή-όaperiodic
απεριοδικός-ή-όaperiodicCrystal (1997, 2002)
απλά αντώνυμαsimple antonymsΞυδόπουλος (2007)
απλή βάση (η)single-base
απλολογία (η)haplology
απλός-ή-όsimple
απλός-ή-όsingulary
απλότητα (μέτρηση της) (η)simplicity (metric)
από κανόνα σε κανόναrule-to-rule
από κάτω προς τα πάνω, από τη βάση προς τα πάνωbottom-up
από πάνω προς τα κάτωtop-downCrystal (1997, 2002)
από πάνω προς τα κάτω, από την κορυφή προς τα κάτωtop-down
αποβολή (η), έκθλιψη (η)elision
αποβολή πόδα (η)defooting
αποδέκτης (ο)recipient
αποδεκτός-ή-όacceptable
αποδεκτότητα (η)acceptability
αποδίδω, εκχωρώassign
αποδόμηση (η)deconstruction
απόδοση (η)apodosis
απόδοση (η), εκχώρηση (η)assignment
απόδοση πτώσης κατ?εξαίρεση (η)exceptional case marking (ECM)
αποδοτέα σιωπήattributable silenceYule (1996)
αποδυναμωμένος-η-οdownstepped
αποδυνάμωση (η)downstep
αποηχηροποιημένος-η-οdevoiced
αποηχηροποίηση (η)devoicing
αποκλείον «εμείς»exclusive ?we?Yule (1996)
αποκλεισμένος-η-οblocked
αποκλεισμός (ο)blocking
αποκλειστικό πρώτο πληθυντικό πρόσωποexclusive first person pluralCruse (2006)
αποκλειστικός-ή-όexclusive
αποκλείω, εμποδίζωblock
αποκλίνων-ουσα-ονdeviant
απόκλισηdeclinationCrystal (1997, 2002)
απόκλιση (η)deviance
απόκλιση (η)divergence
απόκλιση (η), κατερχόμενο ύψος (το)declination
αποκοπήapocopeCrystal (1997, 2002)
αποκοπήapocopeΞυδόπουλος (2007)
αποκοπή (η)apocope
αποκρεολοποίηση (η), απομιγαδοποίηση (η)decreolization
αποκρεολοποιώ, απομιγαδοποιώdecreolize
αποκωδικοποιώdecode
απολεκτική πράξηperlocutionary actYule (1996)
απολεκτικό αποτέλεσμαperlocutionary effectYule (1996)
απολιθωμένη έκφραση (η), παγιωμένη έκφραση (η)frozen expression
απολιθωμένος-η-οfossilized
απολίθωση (η)fossilization
απόλυτα επίθεταabsolute adjectivesCruse (2006)
απόλυτες καθολικές αρχέςabsolute universalsCrystal (1997, 2002)
απόλυτη καθολική αρχήabsolute universalCrystal (1997, 2002)
απόλυτη συνωνυμίαabsolute synonymyCruse (2006)
απόλυτο αριθμητικό (το)cardinal
απόλυτος-η-οabsolute
απόλυτος-η-ο, αντικειμενικός-ή-όabsolutive
απόμακρη δομή (η)remote structure
απομόνωση (η)isolation
απομονωτικές γλώσσεςisolating languagesCrystal (1997, 2002)
απομονωτικός-ή-όisolating
απορρινικοποιημένος-η-οdenasalised
αποστοματοποιημένος-η-οdebuccalized
αποστοματοποίησηdebuccalizationCrystal (1997, 2002)
αποστοματοποίησηdeoralizationCrystal (1997, 2002)
αποστοματοποίηση (η)debuccalization
αποστοματοποίηση (η)deoralization
αποσύνδεσηdelinkingCrystal(1997,2002)
αποσύνδεση (η)delinking
αποσυνθέτωdecompose
αποτέλεσμα (το)result
αποτελέσματα ακραίου μέρουςedge effectsCrystal (1997, 2002)
αποτελέσματος (του)result(at)ive
αποτελέσματος (του)resultant
αποτελέσματος (του)resulting
απότομη άφεσηabrupt releaseCrystal (1997, 2002)
απότομος-η-οabrupt
αποτόνισηdestressingCrystal (1997, 2002)
αποτονισμένος-η-ο (δυναμικά)destressed
αποχαρακτηρισμένος-η-ο, αμαρκάριστος-η-ο, μη μαρκαρισμένος-η-ο, ασημάδευτος-η-οunmarked
αποχρωματισμός (ο), ξεθώριασμα (το)bleaching
αποψίλωση (η)deforestation
απροσδιοριστία (η)indeterminacy
απροσδιόριστος-η-οindeterminate
απρόσωπος-η-οimpersonal
απώλεια (γλώσσας) (η)loss (of language)
απώλεια γλώσσαςlanguage lossCrystal (1997, 2002)
απώτερο πρόσωπο (το), ετεροαναφορικός-ή-όobviative
αργκόslangFromkin et al (2003)
αργκό, γλώσσα της πιάτσαςargotFromkin et al (2003)
άρθρο (το)article
αρθρώνωarticulate
άρθρωση (η), διάρθρωση (η)articulation
αρθρωτής (ο)articulator
αρθρωτική ρύθμιση (η), ρύθμιση των αρθρωτών (η)articulatory setting
αρθρωτική φωνητική (η)articulatory phonetics
αρθρωτική φωνολογία (η)articulatory phonology
αρθρωτικό ανάλογο (το)articulatory analog
αρθρωτικό πρότυπο (το)articulator model
αρθρωτικός-ή-όarticulatory
αρίθμηση (η)numeration
αριθμήσιμος-η-οcount
αριθμήσιμος-η-οcountableCrystal (1997, 2002)
αριθμησιμότηταcountabilityCruse (2006)
αριθμητικό σύστημαnumber systemCruse (2006)
αριθμός (ο)number
αριστερή γραμμική γραμματικήleft-linear grammarCrystal (1997, 2002)
αριστερή γραμμική γραμματική (η)left-linear grammar
αριστερή διακλάδωση (η)left-branching
αριστερή μετατόπιση (η)left dislocation
αριστερή προσεταιριστική γραμματική (η)left-associative grammar
αρκτικόλεξο (το)alphabetism
αρμονία (η)harmony
αρμονικά σύνολαharmonic setsCrystal (1997, 2002)
αρμονική (η), αρμονικός-ή-όharmonic
αρμονική νησίδαharmonic islandCrystal (1997, 2002)
αρμονική περιοχήharmonic domainCrystal (1997, 2002)
αρμονικό διάστημα, εύροςharmonic spanCrystal (1997, 2002)
άρμοση διπλής μπάραςdouble-bar junctureCrystal (1997, 2002)
άρμοση διπλού σταυρούdouble cross junctureCrystal (1997, 2002)
άρμοση μονής μπάραςsingle-bar junctureCrystal (1997, 2002)
άρνηση (η)negation
αρνητικά προσφύματαnegative affixesCruse (2006)
αρνητική μετάβαση (η)negative transfer
αρνητική μεταβίβασηnegative transferCrystal (1997, 2002)
αρνητική πολικότηταnegative polarityCrystal (1997, 2002)
αρνητική σιωπήnegative politenessYule (1996)
αρνητικό πρόσωποnegative faceYule (1996)
αρνητικός-ή-όnegative
αρρηματικός-ή-όverbless
αρχεία παραθεμάτωνcitation filesΞυδόπουλος (2007)
αρχές (οι)principles
αρχέτυπαprimesFromkin et al (2003)
αρχέτυπο (το)prime
αρχέτυπος-η-ο, αρχετυπικός-ή-όprimitive
Αρχή Διατήρησης της Δομήςstructure preserving principleCrystal (1997, 2002)
αρχή ελέγχου της συμφωνίας (η)control agreement principle
αρχή ή συνθήκη του α-πάνω στο-αα-over-a principle ή conditionCrystal (1997, 2002)
αρχή μέγιστης έμβασηςmaximal onset principleCrystal (1997, 2002)
αρχή ρέμπουςrebus principleFromkin et al (2003)
αρχή της αναβολής (της)procrastinate
αρχή της απληστίας (η)greed
αρχή της γειτνίασης (η)adjacency principle
αρχή της ελάχιστης απόστασης (η)minimal-distance principle
αρχή της ελάχιστης δομήςminimal attachment principleFromkin et al (2003)
αρχή της κενής κατηγορίας (η)empty category principle
αρχή της ομοιομορφίας (η)uniformitarian principle
αρχή της συνεργασιμότητας (η)co-operative principle
αρχή της τρέχουσας επεξεργασίαςlate closure principleFromkin et al (2003)
αρχή του υποχρεωτικού περιγράμματος (η), αρχή του υποχρεωτικού περίγυρου (η)obligatory contour principle (OCP)
αρχικά (τα)initialism
αρχικό σύμβολο (το)initial symbol
αρχικός-ή-όinitial
αρχιστρώμα (το)archistratum
αρχιτεκτονική συστήματος (η)system architecture
αρχιφώνημα (το)archiphoneme
ΑΣCA
ΑΣIC
ασάφεια (η)vagueness
ασαφείς γραμματικέςfuzzy grammarsCrystal (1997, 2002)
ασαφή όριαfuzzy boundariesCruse (2006)
ασαφής-ής-ές, απροσδιόριστος-η-οfuzzy
άσεμνο λεξιλόγιοbad vocabularyΞυδόπουλος (2007)
ασθενής επάρκειαweakly adequateCrystal (1997, 2002)
ασθενής επάρκεια (η)weak adequacy
ασθενής τύπος (ο)weak form
ασθενής-ής-έςavalent
ασθενής-ής-έςlenis
αστερίσκος (ο)asterisk
ασύμβατος-η-οincompatible
ασυμβατότηταincompatibilityΞυδόπουλος (2007)
ασυμβατότητα (η)incompatibility
ασυμμετρική ρυθμική θεωρία (η)asymmetric rhythmic theory
ασύνδετος-η-οunassociated
ασυνέχεια (η)discontinuity
ασυνέχεια (η)discreteness
ασυνεχείς δομές ή συστατικάdiscontinuous constructions ή constituentsCrystal (1997, 2002)
ασυνεχές σημείοdiscrete signCruse (2006)
ασυνεχής-ής-έςdiscrete
ασυνεχής-ής-ές, μη εξακολουθητικός-ή-όdiscontinuous
ατελικός-ή-όatelic
ατμοσφαιρικό it (το), μετεωρολογικό it (το)weather it
ατομιστική θεωρίαatomistic theoryCruse (2006)
άτονος-η-οunstressed
άτονος-η-ο, χωρίς μελωδικό τόνοunaccented
άτριβος-η-ο εξακολουθητικός-η-οfrictionless continuant
αυθαίρετη αναφοράarbitrary referenceCrystal (1997, 2002)
αυθαίρετη αναφορά (η)arbitrary reference
αυθαίρετο σημείοarbitrary signCruse (2006)
αυθαίρετο σημείοiconic signCruse (2006)
αυθαίρετος-η-οarbitrary
αυθαιρετότητα (η)arbitrariness
αυξημένη υπογλωττιδική πίεση (η)heightened subglottal pressure
ΑΥΠOCP
αυτοαντώνυμοautoantonymFromkin et al (2003)
αυτοδιορθώσειςself-repairsCrystal (1997, 2002)
αυτοδιόρθωση (η)self-repair
αυτοεγκιβωτισμός (ο)self-embedding
αυτοεισαγόμενες διορθώσειςself-initiated repairsCrystal (1997, 2002)
αυτολεξική σύνταξη (η)autolexical syntax
αυτόματα (τα, πληθ.)automata
αυτόματη αναγνώριση ομιλίαςautomatic speech recognitionCrystal (1997, 2002)
αυτόματη αναγνώριση ομιλίαςautomatic speech recognition (ASR)Crystal (1997, 2002)
αυτόματη αναγνώριση ομιλίας (η)automatic speech recognition
αυτόματη μηχανική μετάφρασηautomatic machine translationFromkin et al (2003)
αυτόματο (το)automaton
αυτόματος-η-οautomatic
αυτομερωνυμίαauto-meronymyCruse (2006)
αυτομερωνυμίαautomeronymyΞυδόπουλος (2007)
αυτόνομη ομιλίαautonomous speechCrystal (1997, 2002)
αυτόνομη σύνταξηautonomous syntaxCrystal (1997, 2002)
αυτόνομη σύνταξη (η)autonomous syntax
αυτόνομο φώνημαautonomous phonemeCrystal (1997, 2002)
αυτόνομος-η-οautonomous
αυτοολωνυμίαautoholonymyΞυδόπουλος (2007)
αυτοπάθεια (η)reflexiveness
αυτοπαθείς αντωνυμίεςreflexive pronounsCrystal (1997, 2002)
αυτοπαθής-ής-έςreflexive
αυτοπαθητικοποίηση (η)reflexivization
αυτοπαθητικότητα (η)reflexivity
αυτοπτικός-ή-όevidential
αυτοπτικότητα (η)evidentiality
αυτοτεμαχιακή εξουσιοδότησηautosegmental licensingCrystal (1997, 2002)
αυτοτεμαχιακή φωνολογία (η)autosegmental phonology
αυτοτεμάχιο (το)autosegment
αυτοϋπερκειμενικότηταautosuperordinationΞυδόπουλος (2007)
αυτοϋπωνυμίαautohyponymyΞυδόπουλος (2007)
αυτοϋπώνυμο (το)autohyponym
αφαίρεσηaphaeresisCrystal (1997, 2002)
αφαίρεσηaphaeresisΞυδόπουλος (2007)
αφαίρεση (η)aphaeresis
αφαιρετική δι(πλο)γλωσσία (η)subtractive bilingualism
αφαιρετικός-ή-όablative
αφανής συνεπαγωγήbackground entailmentYule (1996)
αφασίαaphasiaFromkin et al (2003)
αφασία γουέρνικεwernicke?s aphasiaFromkin et al (2003)
αφασία μπρόκαbroca?s aphasiaFromkin et al (2003)
άφεση (η)aphesis
άφεση (η), αφήνω/ομαι, έκλυση (η)release
αφετικός-ή-όaphetic
αφηγηματική ή αφηγηματολογίαnarratologyCrystal (1997, 2002)
αφηγηματικός-ή-ό, αφήγημα (η)narrative
αφηρημένο λεξικόabstract lexiconΞυδόπουλος (2007)
αφηρημένος-η-οabstractCruse (2006)
αφηρημένος-η-οabstractCruse (2006)
αφομοίωση (η)assimilation
αφομοίωση του μονού χαρακτηριστικούsingle-feature assimilationCrystal (1997, 2002)
αφοσίωση (γλωσσική) (η)loyalty (language)
άφωνη παύσηsilent pauseCrystal (1997, 2002)
άφωνη παύση (η)silent pause
άφωνος δυναμικός τόνοςSilent stressCrystal (1997, 2002)
άφωνος δυναμικός τόνος (ο)silent stress
άχρονος-η-οuntensedCrystal (1997, 2002)
άχρονος-η-ο, χωρίς χρόνοuntensed
άψυχος-η-οinanimate
β(αθεία)-δομήD-structure
βάβισμαbabblingFromkin et al (2003)
βαθεία δομή (η)deep structure
βαθμιαία αντίθεσηgradual oppositionCrystal (1997, 2002)
βαθμιαία αντίθεση (η)gradual opposition
βαθμιαίοι μουσικοί τόνοιlevel tonesFromkin et al (2003)
βαθμιαίος-α-οgradual
βαθμιδωτός-ή-όgradience
βαθμοί σύγκρισηςdegrees of comparisonCruse (2006)
βαθμός (ο)rank
βαθμός (ο), διαβαθμιστικός-ή-όdegree
βάθος (το)backgrounding
βαριά συλλαβήheavy syllableCrystal (1997, 2002)
βάρος (το)weight
βαρύς-εία-ύgrave
βαρύς-ιά-ύheavy
βάση (η)base
βάση (της γλώσσας) (η)root
βάση εκκίνησης (η)bootstrap(ping)
βασικά λεξικάstandard dictionariesΞυδόπουλος (2007)
βασικά οντολογικά είδηbasic ontological typesCruse (2006)
βασική θεωρία (η) / βασικό πρότυπο (το)standard theory/model
βασικός εναλλάκτηςbasic alternantCrystal (1997, 2002)
βασικός τύποςbasic formCrystal (1997, 2002)
βασικός-ή-όbasic
βασιλεκτικός-ή-όbasilectal
βασίλεκτος (η)basilect
βελτίωση (η)amelioration
βερμπαλισμός ή ρητορισμόςinflated languageΞυδόπουλος (2007)
βιβλίο αναφοράςreference bookΞυδόπουλος (2007)
βιογλωσσολογίαbiolinguisticsCrystal (1997, 2002)
βιογλωσσολογία (η)biolinguistics
βιολογική γλωσσολογίαbiological linguisticsCrystal (1997, 2002)
βιωματικά εγκεφαλικά δυναμικάevent-related brain potentials (erp)Fromkin et al (2003)
βλασφημίαblasphemyΞυδόπουλος (2007)
βοηθaux
βοηθητική γλώσσαauxiliary languageCrystal (1997, 2002)
βοηθητικός-ή-όauxiliary
βούληση (η)volition
βουλητικός-ή-όvolitional
βραχύς-εία-ύshort
βραχύτατη μετακίνησηshortest moveCrystal (1997, 2002)
βρεφική ομιλία (η), μωρουδίστικη ομιλία (η)baby-talk
βωμολοχίαobscenityΞυδόπουλος (2007)
ΓΓΦΔGPSG
γεγονοτική προϋπόθεσηfactive presuppositionYule (1996)
γεγονοτικός-ή-όfactive
γεγονοτικότητα (η)factivity
ΓΕΔΜATN
γειτνιάζων-ουσα-ονadjacent
γειτνίασηcontiguityΞυδόπουλος (2007)
γειτνίαση (η)adjacency
γειτνιαστικό ζεύγοςadjacency pairYule (1996)
γειτνιαστικό ζεύγος (το)adjacency pair
γενεαλογική ταξινόμησηgenealogical classificationCrystal (1997, 2002)
γενεαλογική ταξινόμηση (η)genealogical classification
γένεση (η)generation
γενετικά συνδεδεμένος-η-οgenetically relatedFromkin et al (2003)
γενετική ή γεννητική γραμματικήgenerative grammarCrystal (1997, 2002)
γενετική ή γεννητική σημασιολογίαgenerative semanticsCrystal (1997, 2002)
γενετική ή γεννητική σύνταξηgenerative syntaxCrystal (1997, 2002)
γενετική ή γεννητική φωνολογίαgenerative phonologyCrystal (1997, 2002)
γενετική ταξινόμηση (η)genetic classification
γενετικιστής (ο)generativist
γενετικοί κανόνεςgenerative rulesCrystal (1997, 2002)
γενετικός-ή-όgenerative
γενικά λεξικάgeneral dictionariesΞυδόπουλος (2007)
γενικές συνθήκεςgeneral conditionsYule (1996)
γενικευμένα συνομιλιακά υπονοήματαgeneralised conversational implicaturesCruse (2006)
γενικευμένο συνομιλιακό υπονόημαgeneralized conversational implicatureYule (1996)
γενικευμένος μετασχηματισμόςgeneralized transformationCrystal (1997, 2002)
γενικευμένος-η-οgeneralized
γενίκευσηgeneralizationCrystal (1997, 2002)
γενίκευση (η)generalization
γενίκευση ακολουθίας ηχηρότηταςsonority sequencing generalizationCrystal (1997, 2002)
γενικευτική αναφοράgeneric referenceCruse (2006)
γενικευτικός-ή-όgeneric
γενικεύωgeneralize
γενική (η)genitive
γενική αρχή της συνεργασίαςcooperative principleYule (1996)
γενική γλωσσολογίαgeneral linguisticCrystal (1997, 2002)
γενική γλωσσολογίαgeneral linguisticsCrystal (1997, 2002)
γενική γραμματικήgeneral grammarCrystal (1997, 2002)
γενική σημασιολογίαgeneral semanticsCrystal (1997, 2002)
γενική φωνητικήgeneral phoneticsCrystal (1997, 2002)
γενικός-ή-όgeneral
γενικότητα (η)generality
γεννώ, γεννιέμαι, παράγωgenerate
γένος (το)gender
γερούνδιο (το)gerund
γεωγλωσσολογία (η)geolinguistics
γεωγραφική γλωσσολογία (η)geographical linguistics
γεωγραφική διάλεκτοςregional dialectCrystal(1997,2002)
γεωγραφική διάλεκτος (η), τοπική διάλεκτος (η), περιφερειακή διάλεκτος (η)regional dialect
γεωγραφική προφορά (η), τοπική προφορά (η), περιφερειακή προφορά (η)regional accent
γεωμετρία (η)geometry
γεωμετρία των χαρακτηριστικών (η)feature geometry
γεωμετρία χαρακτηριστικώνfeature geometryCrystal(1997,2002)
Γιάκομπσον (Jakobson) (του)Jakobsonian
ΓΚΦΔHPSG
γλώσσα (η) (όργανο)tongue
γλώσσα (η), γλωσσικός-ή-όlanguage
γλώσσα αλυσιδωτών προτάσεωνclause-chaining languageCrystal (1997, 2002)
γλώσσα επαφήςcontact laguageCrystal (1997, 2002)
γλώσσα λεξικής αναπαράστασης (η)lexical representation language
γλώσσα με βαθμιαίους τόνους (η), γλώσσα με τόνους βαθμίδας (η), γλώσσα με επίπεδους τόνους (η)register tone language
γλώσσα σάτεμ (satem) (η)satem language
γλώσσα σέντουμ (centum) (η)centum language
γλώσσα στόχοςtarget languageFromkin et al (2003)
γλώσσα των πεπερασμένων φάσεων (η)finite-state language
γλώσσα-αντικείμενο (η)object language
γλώσσες ?της πεθεράς? (οι)mother-in-law languages
γλώσσες «της πεθεράς»mother-in-law languageCrystal (1997, 2002)
γλώσσες αποφυγής (οι)avoidance languages
γλώσσημα (το)glosseme
γλωσσηματική (η)glossematics
γλωσσικά συναισθήματαlanguage attitudesCrystal (1997, 2002)
γλωσσικές επιστήμεςlinguistic sciencesCrystal (1997, 2002)
γλωσσική αιτιοκρατία (η)linguistic determinism
γλωσσική αφοσίωσηlanguage loyaltyCrystal (1997, 2002)
γλωσσική διάδοσηlanguage spread ή diffusionCrystal (1997, 2002)
γλωσσική διατήρησηlanguage maintenanceCrystal (1997, 2002)
γλωσσική ένωση (η)Sprachbund
γλωσσική επαφήlanguage contactCrystal (1997, 2002)
γλωσσική επίγνωσηlanguage awarenessCrystal (1997, 2002)
γλωσσική επίγνωση (η), γλωσσική συναίσθηση (η), γλωσσική συνειδητότητα (η)language awareness
γλωσσική επιστήμηlinguistic scienceCrystal (1997, 2002)
γλωσσική ικανότητα (η)competence
γλωσσική κοινότηταspeech communityCrystal (1997, 2002)
γλωσσική μειονότηταlinguistic minorityCrystal (1997, 2002)
γλωσσική μειονότηταlanguage minorityCrystal (1997, 2002)
γλωσσική μετακίνησηlanguage shiftCrystal (1997, 2002)
γλωσσική μετακίνηση (η), γλωσσική μετατόπιση (η)shift
γλωσσική νεολογίαlanguage neologyΞυδόπουλος (2007)
γλωσσική οργάνωσηlanguage engineeringCrystal (1997, 2002)
γλωσσική παθολογίαlanguage pathologyCrystal (1997, 2002)
γλωσσική πλήρωση (η), γλωσσική επιτέλεση (η), εξάσκηση παραγωγής φθόγγων (η)performance
γλωσσική ποικιλία (η)variety
γλωσσική πράξη (η)speech act
γλωσσική σχετικότητα (η)linguistic relativity
γλωσσικό αίσθημα (το)Sprachgefuhl
γλωσσικό γεγονόςspeech eventCrystal (1997, 2002)
γλωσσικό επίστρωμαlinguistic superstratumCrystal (1997, 2002)
γλωσσικό λεξικόdictionaryΞυδόπουλος (2007)
γλωσσικό περιβάλλονlinguistic environmentCrystal (1997, 2002)
γλωσσικό περιβάλλον (το)linguistic environment
γλωσσικό συμφραστικό πλαίσιοco-textYule (1996)
γλωσσικός άτλας (ο)linguistic atlas
γλωσσικός θάνατοςlanguage deathCrystal (1997, 2002)
γλωσσικός θάνατος (ο)death of language
γλωσσικός θάνατος από τη βάση προς την κορυφήbottom-to-top language deathFromkin et al (2003)
γλωσσικός σχεδιασμόςlanguage planningCrystal (1997, 2002)
γλωσσικός-η-ο (όργανο)lingual
γλωσσικός-ή-ό, γλωσσολογικός-ή-όlinguistic
γλωσσο-linguo-
γλωσσογενετική (η)glossogenetics
γλωσσογραφίαglossographiaCrystal (1997, 2002)
γλωσσολαλία (η)glossolalia
γλωσσολαλικός-ή-όglossolalic
γλωσσολαλιστής (ο)glossolalist
γλωσσολαλιστικός-ή-όglossolalistic
γλωσσολογία (η)linguistics
γλωσσολογικά σημαντική γενίκευση (η)linguistically significant generalization
γλωσσολογική ανθρωπολογίαlinguistic anthropologyCrystal (1997, 2002)
γλωσσολογική ανθρωπολογία (η)linguistic anthropology
γλωσσολογική γεωγραφία (η)linguistic geography
γλωσσολογική μεταγλώσσαlinguistic metalanguageCrystal (1997, 2002)
γλωσσολογική φιλοσοφία (η)linguistic philosophy
γλωσσολόγος (ο)linguist
γλωσσοχρονολόγηση (η)glottochronology
γλωττίδα (η)glottis
γλωττιδικές στενώσειςglottal constrictionsCrystal (1997, 2002)
γλωττιδικό κλειστόglottal stopCrystal (1997, 2002)
γλωττιδικοποιημένος-η-οglottalizedCrystal (1997, 2002)
γλωττιδικοποίησηglottalizationCrystal (1997, 2002)
γλωττιδικοποίηση (η)glottalization
γλωττιδικοποιώglottalize
γλωττιδικός-ή-όglottal
γλωττιδικός-ή-όglottalic
γναθιαία ρύθμιση (η)mandibular setting
γνωσιακή (σημασία) (η)cognitive (meaning)
γνωσιακή γλωσσολογίαcognitive linguisticsCruse (2006)
γνωσιακή γραμματική (η)cognitive grammar
γνωσιακή μεταφορά (η)cognitive metaphor
γνωσιακή περιοχήcognitive domainCruse (2006)
γνωσιακή σημασιολογία (η)cognitive semantics
γνωσιακό συνώνυμο"cognitive synonym "Ξυδόπουλος (2007)
γνωστός-ή-ό, δεδομένος-η-οgiven
γοητεία (η), θέλγητρο (το)charm
γοητευμένος-η,-οcharmedCrystal (1997, 2002)
γοητευμένος-η-ο, θελκτικός-ή-όcharmed
γουάγκς (wugs)wugs
Γουρφ (Whorf) (του)Whorfian
γραμματικές γλωσσικής πλήρωσηςperformance grammarsCrystal (1997, 2002)
γραμματικές τύπου 0/1/2/3 (οι)Type 0/1/2/3 grammars
γραμματική (η)grammar
γραμματική ανάλυσηgrammatical analysisCrystal (1997, 2002)
γραμματική αναφοράςreference grammarCrystal (1997, 2002)
γραμματική αναφοράς (η)reference grammar
γραμματική δικτύου μετάβασης (η)transition network grammar
γραμματική ενισχυμένου δικτύου μετάβασης (η)augmented transition network grammar
γραμματική επιτελεστικότηταgrammatical performativityCruse (2006)
γραμματική εφαρμογήςapplicational grammarCrystal (1997, 2002)
γραμματική ή δομική αμφισημίαgrammatical ή structural ambiguityCrystal (1997, 2002)
γραμματική κλίμακας βαθμούrank scale grammarCrystal (1997, 2002)
γραμματική μετάφρασηgrammar translationFromkin et al (2003)
γραμματική ρόλου και αναφοράς (η)role and reference grammar
γραμματική σημασίαgrammatical meaningCruse (2006)
γραμματική της ασυνέχειαςdiscountinuouity grammarCrystal (1997, 2002)
γραμματική της γενικευμένης φραστικής δομής (η)generalized phrasestructure grammar
γραμματική της γλωσσικής ικανότηταςcompetence grammarCrystal (1997, 2002)
γραμματική της γλωσσικής πλήρωσηςperformance grammarCrystal (1997, 2002)
γραμματική της εξάρτησης (η)dependency grammar
γραμματική της κάθετης εξάρτησης (η)daughter dependency grammar
γραμματική της κεφαλοστραφούς φραστικής δομής (η)head-driven phrasestructure grammar
γραμματική της λέξης (η)word grammar
γραμματική της φραστικής δομής (η)phrase-structure (PS) grammar
γραμματική του Κουίρκ (Quirk) (η)Quirk grammar
γραμματική του Μόνταγκιου (Montague) (η)Montague grammar
γραμματική των πεπερασμένων φάσεων (η)finite-state grammar
γραμματικό γένοςgrammatical genderCrystal (1997, 2002)
γραμματικό γένοςgrammatical genderCruse (2006)
γραμματικοποιημένος-η-οgrammaticalizedCrystal (1997, 2002)
γραμματικοποίησηgrammaticalizationCrystal (1997, 2002)
γραμματικοποιώgrammaticalize
γραμματικόςgrammarianCrystal (1997, 2002)
γραμματικός (ο)grammarian
γραμματικός-ή-όgrammatical
γραμματικότητα (η)grammaticality
γραμματικότητα (η)grammaticalness
γραμμή (η)line
γραμμή σύνδεσης (η)association line
γραμμική γραμματική (η)linear grammar
γραμμική πολυσημίαlinear polysemyΞυδόπουλος (2007)
γραμμική πρόβλεψη (η)linear prediction
γραμμική φωνολογία (η)linear phonology
γραμμικός-ή-όlinear
γραμμικότητα (η)linearity
γραφή (η)graph
γράφημα (το)grapheme
γραφημική (η)graphemics
γραφητική (η)graphetics
γραφητικός-ή-όgraphetic
γραφική υπόσταση (η)graphic substance
γραφολογία (η)graphology
γραφολογικός-ή-όgraphological
γυμνή ΟΦ bare npΞυδόπουλος (2007)
γυμνό απαρέμφατοbare infinitiveCrystal (1997, 2002)
γωνιώδεις αγκύλες (οι)angle brackets
γωνιώδης αγκύληangle bracketCrystal (1997, 2002)
δακτυλολογίαfinger spellingFromkin et al (2003)
ΔΑΛDRS
δάνεια λέξηloan wordCrystal (1997, 2002)
δανείζομαιborrow
δάνειο (το), δάνειος-α-οloan
δάνειο αμάλγαμαloan blendCrystal (1997, 2002)
δανεισμός (ο)borrowing
δασυνόμενος-η-οaspirated
δάσυνση (η)aspiration
ΔΒΘEST
δεδομένα (τα)data
δεδομένη πληροφορίαgiven informationCruse (2006)
δείγμα (το), έκτυπο (το)token
δείκτης (ο)marker
δείκτης παρατακτικής σύνδεσηςco-ordinating conjunction / co-ordinatorCrystal (1997, 2002)
δείκτης παρατακτικής σύνδεσης (ο)co-ordinator
δείκτης ποιού ενέργειας (ο)aspectualizer
δείκτης υπόταξης (ο)subordinator
δεικτικάdeicticsCrystal (1997, 2002)
δεικτικές αντωνυμίεςdemonstrative pronounsCrystal (1997, 2002)
δεικτική προβολήdeictic projectionYule (1996)
δεικτικό κέντροdeictic centerYule (1996)
δεικτικός-ή-όdeictic
δεικτικός-ή-όdemonstrative
δείξη (η)deixis
δείξη κειμένουtext deixisCrystal (1997, 2002)
δείξη λόγουdiscourse deixisCrystal (1997, 2002)
δέλταdelta
δελτία παραθεμάτωνcitation slipsΞυδόπουλος (2007)
δενδρική γεωμετρίαtree geometryCrystal (1997, 2002)
δενδρική τράπεζαtreebankCrystal (1997, 2002)
δενδρικό πλέγμαarboreal gridCrystal (1997, 2002)
δενδρικός-ή-όarboreal
δένδρο (το)tree
δένδρο εξάρτησηςdependency treeCrystal (1997, 2002)
δέντρο συστατικής δομήςconstituent structure treeFromkin et al (2003)
δεξιά γραμμική γραμματικήright-linear grammarCrystal (1997, 2002)
δεξιά γραμμική γραμματική (η)right-linear grammar
δεξιά διακλάδωση (η)right-branching
δεξιά μετατόπιση (η)right dislocation
δεοντική τροπικότηταdeontic modalityCrystal (1997, 2002)
δεοντική τροπικότηταdeontic modalityCruse (2006)
δεοντικός-ή-όdeontic
δεσμευμένη μεταβλητήbound variableCruse (2006)
δεσμευμένο μόρφημαbound morphemeCrystal (1997, 2002)
δεσμευμένοι πόδεςbounded feetCrystal (1997, 2002)
δεσμευμένος πόδας (ο)bounded foot
δεσμευμένος τύποςbound formCrystal (1997, 2002)
δεσμευμένος-η-οbound
δεσμευτικός κόμβοςbounding nodeCrystal (1997, 2002)
δεσμευτικός-ή-όcommissive
δεσμευτικός-ή-όcommissiveYule (1996)
δεσμευτικότηταcommittednessCruse (2006)
δεσμευτικότητα (η)boundedness
δεσμίδα (η)bundle
δεσμός (ο)nexus
δευτερεύον άνοιγμα (το)secondary aperture
δευτερεύοντα σημασιακά χαρακτηριστικάsubordinate traitsΞυδόπουλος (2007)
δευτερεύουσα άρθρωση (η)secondary articulation
δευτερεύων εξουσιοδότηςsecondary licenserCrystal (1997, 2002)
δευτερεύων-ουσα-ον, υποκείμενος-η-οsubordinate
δεύτερη γλώσσαsecond languageCrystal (1997, 2002)
δεύτερη γλώσσα (η)second language
δευτερογενής απόκριση (η)secondary response
δήλωση (η)declaration
δήλωση (η)denotation
δήλωση (η), απόφανση (η)statement
δήλωση ετικέτεςtag statementCrystal (1997, 2002)
δηλωτική ή κατονομαστική νεολογίαdenotative/denominative neologyΞυδόπουλος (2007)
δηλωτική σημασίαdenotative meaningFromkin et al (2003)
δηλωτικός-ή-όdeclarative
δηλωτικός-ή-όdenotative
δημιουργικός-ή-όcreative
δημιουργικότητα (η)creativity
δια-dia-
διαβάθμιση (η), βαθμοθεσία (η), σταδιακή τροπή (φωνήεντος) (η)gradation
διαβαθμίσιμα αντίθεταgradable contrariesCruse (2006)
διαβαθμίσιμος-η-οgradableCrystal(1997,2002)
διαβαθμίσιμος-η-ο, μη διαβαθμίσιμος-η-οgradable/ungradable
διαβαθμισιμότητα (η)gradability
διαβαθμισμένα αντώνυμαgraded antonymsCrystal (1997, 2002)
διαγλώσσα (η)interlanguage
διαγλωσσικές γραμματικέςinterlanguage grammarsFromkin et al (2003)
διαγλωσσολογίαdialinguisticsCrystal(1997,2002)
διαγλωσσολογία (η)dialinguistics
διάγραμμα (το)chart
διάγραμμα (το)configuration
διαγραμματικές γλώσσες (οι)configurational languages
διαγραμματική (η)diagramming
διαγραμματικός-ή-όconfigurational
διαδίδω, μεταδίδω, τεταμένος-η-οspread
διαδικασία (η)procedure
διαδικασία ανακάλυψηςdiscovery procedureCrystal (1997, 2002)
διαδικασία ανακάλυψηςdiscovery procedureCrystal(1997,2002)
διαδικασία αξιολόγησηςevaluation procedureCrystal(1997,2002)
διαδικασία απόφασηςdecision procedureCrystal(1997,2002)
διαδικασιακή γραμματική (η)procedural grammar
διαδικασιακή σημασιολογία (η)procedural semantics
διάδοση (η)diffusion
διάδοση (η), μετάδοση (η), διάταση (η)spreading
διάδοση γλώσσαςlanguage spreadCrystal(1997,2002)
διαδοχή (στοιχείων) (η)string
διαζευκτική διάταξηdisjunctive orderingCrystal(1997,2002)
διαζευκτικός-ή-όdisjunctive
διάζευξη (η)disjunction
διαθεσιακός παραδιορισμόςdisjunctCrystal(1997,2002)
διαθεσιακός παραδιορισμός (ο)disjunct
διαίσθηση (η)intuition
διαισθητικός-ή-όintuitive
διακεκομμένος-η-οinterrupted
διακηρυκτικήdeclarationYule (1996)
διακλάδωση (η), διακλαδούμενος-η-οbranching
διάκριση T/VT/V distinctionYule (1996)
διακριτικά χαρακτηριστικάdiacritic featuresCrystal(1997,2002)
διακριτικό σημάδι (το), σημάδι διάκρισης (το)diacritic
διακρότημα (το), κρούση (η)beat
διακυμαινόμενοι μουσικοί τόνοιcontour tonesFromkin et al (2003)
διακύμανσηcontourCrystal (1997, 2002)
διακύμανση δυναμικού τόνουstress contourCrystal (1997, 2002)
διαλεκτική γεωγραφίαdialect geographyCrystal(1997,2002)
διαλεκτική περιοχήdialect areaFromkin et al (2003)
διαλεκτική πράξηperlocutionary actCrystal(1997,2002)
διαλεκτικό αποτέλεσμαperlocutionary effectCrystal(1997,2002)
διαλεκτικό σύνορο ή όριοdialect boundaryCrystal(1997,2002)
διαλεκτικός αναλογικός σχηματισμόςdialect levelingFromkin et al (2003)
διαλεκτικός άτλαςdialect atlasCrystal(1997,2002)
διαλεκτικός άτλαςdialect atlasFromkin et al (2003)
διαλεκτικός χάρτηςdialect mapFromkin et al (2003)
διαλεκτικός-ή-όdialectal
διαλεκτικός-ή-όperlocutionary
διαλεκτολογίαdialectologyCrystal(1997,2002)
διαλεκτολογία (η)dialectology
διαλεκτομετρίαdialectometryCrystal(1997,2002)
διάλεκτοςdialectCrystal(1997,2002)
διάλεκτος (η)dialect
διάλεκτος γοήτρουprestige dialectFromkin et al (2003)
διαμέσου, διαμέσωςvia
διαμετρικά αντίθεταantipodal oppositesCruse (2006)
διαμόρφημαdiamorphCrystal(1997,2002)
διαμόρφημα (το)diamorph
διαμόρφωση των χεριών (η)hand configuration
διαμορφωτής (ο)formant
διαναφορά ή διαπαραπομπήcross-referenceΞυδόπουλος (2007)
διαπεραστικότητα (των στενωτικών τριβόμενων ήχων) (η), συριστικότητα (η)stridency
διαπερατός-ή-όtransparent
διαπερατότητα (η), διαφάνεια (η)transparency
διαπήδηση (η), μεταπήδηση (η)percolation
διαπηδώpercolate
διαπιστωτικός-ή-όconstative
διαπολιτισμική πραγματολογίαcross-cultural pragmaticsYule (1996)
διαπροσωπική λειτουργίαinterpersonal functionYule (1996)
διαπροσωπικός-ή-όinterpersonal
διάρκεια (η)duration
διασαφηνίζωdisambiguate
διασπασμένη εργαστική (η)split ergative
Διασπασμένη εργαστικότηταsplit ergativityCrystal (1997, 2002)
διασπασμένη μορφολογίαsplit morphologyCrystal (1997, 2002)
διασπαστικότητα (η)interruptability
διαστρωματικός-ή-όstratificational
διαστρωμάτωση (η)layer
διασυνδετικό δίκτυοconnectionist networkCrystal(1997,2002)
διασυνδετικός-ή-όconnectionist
διασυνδετισμός (ο)connectionism
διασύστημαdiasystemCrystal(1997,2002)
διασύστημα (το)diasystem
διάταξη (η)ordering
διάταξη απαγόρευσηςbleeding orderCrystal (1997, 2002)
διατεταγμένος-η-οordered
διατήρηση (η)maintenance
διατήρηση της δομής (η)structure preservation
διάτυποςdiatypeCrystal(1997,2002)
διάτυπος (ο)diatype
διαφορικός-ή-όdifferential
διαφοροποιητικές αντιθέσειςdistinctive oppositionsCrystal (1997, 2002)
διαφοροποιητικό στοιχείο (το), διαφοροποιητής (ο)distinguisher
διαφοροποιητικό χαρακτηριστικόdistinctive featureCrystal(1997,2002)
διαφοροποιητικός-ή-όdistinctive
διαφοροποιητικότητα (η)distinctiveness
διαφωνηεντικός-ή-όintervocalic
διαφώνημαdiaphoneCrystal(1997,2002)
διαφώνημα (το)diaphone
διαχέω, διαχέομαιfuse
διαχρονικά λεξικάdiachronic dictionariesΞυδόπουλος (2007)
διαχρονική γλωσσολογίαdiachronic linguisticsCrystal (1997, 2002)
διαχρονική σημασιολογίαdiachronic semanticsCruse (2006)
διαχρονικό/ή δείγμα/μελέτη (το/η), διαμήκης-ης-εςlongitudinal
διαχρονικός-ή-όdiachronic
διάχυτα φαινόμενα (τα), φαινόμενα εκτός ορίων (τα)across-the-board phenomena
διαχυτική γλώσσαfusional languageCrystal(1997,2002)
διάχυτος-η-οdiffuse
διάχυτος-η-οfusional
δίγλωσσα λεξικάbilingual dictionariesΞυδόπουλος (2007)
δίγλωσσα λεξικά ξένων ομιλητώνforeign speaker dictionariesΞυδόπουλος (2007)
δίγλωσσα λεξικά παραγωγήςproduction dictionariesΞυδόπουλος (2007)
δίγλωσσα λεξικά πρόσληψηςperception dictionariesΞυδόπουλος (2007)
διγλωσσία (η), κοινωνική διγλωσσία (η)diglossia
διγλωσσικός-ή-ό, δίγλωσσος-η-οdiglossic
δίγραμμα (το), δίψηφο (το)digraph
διδακτική γραμματικήteaching grammarFromkin et al (2003)
διδιαλεκτισμός (ο)bidialect(al)ism
διδυμία (η)gemination
δίδυμος-η-οgeminate
διεθνές φωνητικό αλφάβητοinternational phonetic alphabetCrystal(1997,2002)
Διεθνής Φωνητική Εταιρεία (η), Διεθνής Φωνητικός Οργανισμός (ο), Διεθνές Φωνητικό Ινστιτούτο (το)International Phonetic Association
διεξοδικότητα (η)exhaustiveness
διεπίδραση (η), αλληλεπίδραση (η)interaction
διεργασία (η)process
διεργασία Μαρκόφ (Markov) (η)Markov process
δίεση (η)hash
διευθέτηση (η)arrangement
διευκόλυνση της άρθρωσηςease of articulationFromkin et al (2003)
διευρυμένη βασική θεωρίαextended standard theory
διεύρυνση ή επέκταση της σημασίαςextension/broadeningΞυδόπουλος (2007)
διηνεκής-ής-έςdurative
διηρημένος εγκέφαλοςsplit brainFromkin et al (2003)
διθέσια αντίστροφα αντώνυμαtwo-place oppositesΞυδόπουλος (2007)
δικαστική γλωσσολογία (η)forensic linguistics
δικαστική φωνητικήforensic phoneticsCrystal (1997, 2002)
δικατευθυντικά δίγλωσσα λεξικάbidirectional dictionariesΞυδόπουλος (2007)
δικτυακή γραμματική (η)network grammar
δίκτυοnetworkCrystal (1997, 2002)
διμετάβατος-η-οditransitiveCrystal (1997, 2002)
διμετάβατος-η-ο, δίπτωτος-η-οditransitive
διμοραϊκές συλλαβέςbimoraic / two-mora syllablesCrystal (1997, 2002)
διμοραϊκός-ή-όbimoraic
διόρθωση (η)repair
δίπλευρη αντίθεσηbilateral oppositionCrystal (1997, 2002)
δίπλευρη αντίθεση (η)bilateral opposition
διπλευρικός φθόγγοςbilateral soundCrystal (1997, 2002)
διπλευρικός-ή-ό, δίπλευρος-η-οbilateral
διπλή άρθρωση (η)double articulation
διπλή γλώσσαdouble languageΞυδόπουλος (2007)
διπλής βάσης (της)double-base
διπλόγλωσση κατάκτηση γλώσσαςbilingual language acquisitionFromkin et al (2003)
διπλογλωσσία (η), διγλωσσίαbilingualism
διπλόγλωσσος-η-ο, δίγλωσσος-η-οbilingual
διπλοθεσία (η)bipositionality
διπλοκατευθυντικός-ή-όbidirectionalCrystal (1997, 2002)
διπλοκατευθυντικότητα (η)bidirectionality
διπλός τόνος (ο), δισ-τονούμενος-η-οdouble-bar
δίπτυχη πρόταση (η)cleft sentence
δισθενής-ής-έςbivalent
δισταγμός (ο)hesitation
δισυλλαβικός-ή-όdissyllabic
δισύλλαβος-η-οdisyllable
διφθογγικός-ή-όdiphthongal
διφθογγοποίησηdiphthongizationCrystal (1997, 2002)
διφθογγοποιώdiphthongize
δίφθογγος (ο, η)diphthong
διχειλικός-ή-όbilabial
διωνυμικός-η-οbinomial
ΔΜSC
δοκιμαζόμενος (ο), φορέας εμπειρίας (ο)experiencer
δοκιμασία ονομασίαςnaming taskFromkin et al (2003)
δοκιμασία στενής παρακολούθησηςshadowing taskFromkin et al (2003)
δομή (η)structure
δομή (η), δόμηση (η), σύνθεση (η)construction
δομή αναπαράστασης του λόγουdiscourse-representation structureCrystal (1997, 2002)
δομή γουάνα (wanna) (η)wanna-construction
δομή ιδιοτήτων (η)qualia structure
δόμημα (το)construct
δομι(στική γραμματικήstructuralist grammarCrystal (1997, 2002)
δομική αμφισημίαstructural semanticsCruse (2006)
δομική αμφισημία (η)structural ambiguity
δομική γλωσσολογίαstructural linguisticsCrystal (1997, 2002)
δομική διαλεκτολογίαstructural dialectologyCrystal(1997,2002)
δομική διαλεκτολογία (η)structural dialectology
δομική ένδειξηstructure indexCrystal (1997, 2002)
δομική εξάρτηση (η)structure dependency
δομική επιβολήconstituent command, c-commandCrystal (1997, 2002)
δομική επιβολή (η), επιβάλλομαι δομικάc-command
δομική θεματοποίησηtopicalizationCrystal (1997, 2002)
δομική μεταβολή (η)structural change
δομική μεταφοράstructural metaphorΞυδόπουλος (2007)
δομική ομωνυμίαconstructional homonymityCrystal (1997, 2002)
δομική περιγραφή (η)structural description
δομική προϋπόθεσηstructural presuppositionYule (1996)
δομική σημασιολογίαstructural semanticsCrystal (1997, 2002)
δομικό δένδροstructure treeCrystal (1997, 2002)
δομικός-ή-όstructural
δομισμόςstructuralismCrystal (1997, 2002)
δομισμός-ή-όstructuralism
δομιστής (ο), δομιστικός-ή-όstructuralist
δομιστική γλωσσολογίαstructuralist linguisticsCrystal (1997, 2002)
δορυφόρος (ο)satellite
δοτική (η)dative
ΔΠSD
δράστη (με/του), ποιητικό αίτιο (το)agentive
δράστης (o)agent
δράστης-πράξη-στόχος (ακολουθία) (η)actor-action-goal
δυαδικά αντώνυμαbinary antonymsΞυδόπουλος (2007)
δυαδικές επιλογέςbinary choicesCrystal (1997, 2002)
δυαδικό χαρακτηριστικό (το)binary feature
δυαδικότηταbinarityCrystal (1997, 2002)
δυαδικότηταbinarismCruse (2006)
δυαδισμόςbinarismCrystal (1997, 2002)
δυικός αριθμόςdualCrystal (1997, 2002)
δυϊκός-ή-όdual
δυϊκότητα (του σχηματισμού/της δομής) (η)duality (of patterning/structure)
δυϊσμός (ο)dualism
δυϊστής (ο), δυϊστικός-ή-όdualist
δυνάμει προϋπόθεσηpotential presuppositionYule (1996)
δυναμικά μη τονισμένος-η-οunstressedCrystal (1997, 2002)
δυναμικά τονισμένος-η-οstressedCrystal (1997, 2002)
δυναμική γλωσσολογίαdynamic linguisticsCrystal (1997, 2002)
δυναμική σημασιολογίαdynamic semanticsCrystal (1997, 2002)
δυναμική της φωνής (η)voice dynamics
δυναμική φωνητικήdynamic phoneticsCrystal (1997, 2002)
δυναμική φωνολογίαdynamic phonologyCrystal (1997, 2002)
δυναμικό λεξικόdynamic lexiconΞυδόπουλος (2007)
δυναμικός τόνος (ο)stress
δυναμικός τόνος της λέξης (ο)word stress
δυναμικός-ή-όdynamic
δυναμικότητα (η)capacity
δυναμισμός (ο)dynamism
δυσαρμονία (η)disharmony,
δυσαρμονικός-ή-όdisharmonic
δυσαρμονικότηταdisharmonicityCrystal (1997, 2002)
δυσαρμονικότητα (η)disharmonicity
δυσφημισμόςdysphemismCruse (2006)
εγγένειαinherentnessCruse (2006)
εγγενή χαρακτηριστικά (τα)inherent features
εγκατάλειψη (η)stranding
εγκαταλελειμένος-η-οstranded
εγκεφαλικά ημισφαίριαcerebral hemispheresFromkin et al (2003)
εγκιβωτίζωembed
εγκιβωτισμένος-η-οembedded
εγκιβωτισμός (ο)embedding
εγκλείον «εμείς»inclusive ?we?Yule (1996)
εγκλεισμένοςincludedCrystal (1997, 2002)
εγκλεισμός (ο)inclusion
εγκλειστική γλώσσαinclusive languageCrystal (1997, 2002)
εγκλειστικόςinclusiveCrystal (1997, 2002)
εγκλιτικός-ή-όenclitic
εγκυκλοπαιδική γνώσηencyclopaedic knowledgeCruse (2006)
εγχειρίδιο έκδοσηςstyle manualΞυδόπουλος (2007)
έγχρονος-η-ο, με χρόνοtensed
εγωκεντρικότητα της δείξηςegocentricity ( of deixis )Cruse (2006)
εθνογλωσσολογία (η)ethnolinguistics
εθνογραφία της επικοινωνίαςethnography of communicationCrystal (1997, 2002)
εθνογραφία της ομιλίαςethnography of speakingCrystal (1997, 2002)
εθνογραφική σημασιολογίαethnographic semanticsCrystal (1997, 2002)
εθνομεθοδολογία (η)ethnomethodology
εθνομεθοδολόγος (ο)ethnomethodologist
εθνοποιητική (η)ethnopoetics
εθνοσημασιολογίαethnosemanticsCrystal (1997, 2002)
ειδική προστακτική (η)jussive
ειδικό ή τεχνικό λεξιλόγιοjargonΞυδόπουλος (2007)
ειδολογικός-ή-όsortal
ειδολογικότητα (η)sortality
εικονικό σημείοiconic signsCruse (2006)
εικονικός-ή-όiconic
εικονικότητα (η)iconicity
εικονιστική μεταφοράiconic metaphorΞυδόπουλος (2007)
εικονόγραμμαpictogramFromkin et al (2003)
εικονόγραπτα λεξικάpicture/pictorial dictionariesΞυδόπουλος (2007)
εικονογραφημένα λεξικάillustrated dictionariesΞυδόπουλος (2007)
εικονομεταφοράimage metaphorCruse (2006)
εικονοσχήμαimage schemasCruse (2006)
εικονόσχημα ή εικονικό περίγραμμαimage-schemaΞυδόπουλος (2007)
ειρωνείαironyCruse (2006)
εισάγωinsert
εισαγωγή (η)insertion
εισαγωγή του there (η)there-insertion
εισαγωγικό μέροςfront matterΞυδόπουλος (2007)
είσοδος (η)entry
εισπνευστικός-ή-όingressive
έκβαση (η)offset
εκδηλώνομαιmanifest
εκδήλωση (η)manifestation
έκθλιψηelisionCrystal (1997, 2002)
εκκένωση (η)sluicing
έκκροτος-η-ο (το)ejective
έκκρουση (η), εξώθηση (η)plosion
εκλεκτικός-ή-όeclectic
εκλεκτισμός (o)eclecticism
εκμαίευση (η)elicitation
εκμαιεύωelicit
εκμετάλλευση δεδομένωνdata miningFromkin et al (2003)
εκπνευστικός-ή-όegressive
έκταση (η), διεύρυνση (η), επέκταση (η)extension
εκτασιακός-ή-όextensional
εκτατικό ρήμαextensive verbCrystal (1997, 2002)
εκτατικός-ή-ό, εκτενής-ής-έςextensive
εκτοπικός-ή-όelative
έκτυπο (το), μεταφραστικό δάνειο (το)calque
εκφορά (η), ανάδυση (η)spell-out
εκφράσεις απόστασηςdistalYule (1996)
εκφράσεις διαβάθμισης (οι)scalar expressions
εκφράσεις εγγύτηταςproximalYule (1996)
έκφραση (η)expression
Εκφραστική σημασίαexpressive meaningCrystal (1997, 2002)
εκφραστικός-ή-όexpressive
εκφυλισμένος πόδας (ο)degenerate foot
εκφώνημα (το), εκφώνηση (η)utterance
Ελάσσων άρθρωσηminor articulationCrystal (1997, 2002)
ελάσσων-ελάσσων-έλασον, ελάχιστος-η-οminor
ελαφριά συλλαβήlight syllableCrystal (1997, 2002)
ελαφριά συλλαβή (η)light syllable
ελάχιστη πρότασηminor sentenceCrystal (1997, 2002)
ελάχιστο ζεύγος (το)minimal pair
ελάχιστος ελεύθερος τύπος (ο), ελάχιστη ελέυθερη μορφή (η)minimal free form
ελάχιστος-η-οminimal
ελαχιστότητα (η)minimality
ελεγκτήςcontrollerCrystal (1997, 2002)
έλεγχος (ο), ελέγχωcontrol
ελεύθερα συνδεόμενος-η-οfreely associatingCrystal (1997, 2002)
ελεύθερη μεταβλητήfree variableCruse (2006)
ελεύθερη παραλλαγήfree variantsCrystal (1997, 2002)
ελεύθερη ποικιλίαfree variationCrystal (1997, 2002)
ελεύθερος-η-οfree
ελλειμματικός-ή-όdefective
ελλειπτικός-ή-όelliptical
ελλείπωelide
έλλειψη (η)ellipsis
έλλειψη αντιστοιχίας (η)mismatch
ελλίπων-ουσα-ονellipted
έμβαση (η)onset
εμμένουσα αφομοίωσηregressive assimilationCrystal (1997, 2002)
εμμένουσα ή οπισθοχωρητική αφομοίωσηregressive / anticipatory assimilationCrystal (1997, 2002)
εμμένων-ουσα-ονregressive
έμμεσο αντικείμενοindirect objectCrystal (1997, 2002)
έμμεσο αντικείμενοindirect objectCrystal (1997, 2002)
έμμεσο αντικείμενοindirect objectCrystal (1997, 2002)
έμμεσο εκφώνημαoff record utteranceYule (1996)
έμμεσος-η-ο, πλάγιος-α-οindirect
εμπορικά λεξικάcommercial dictionariesΞυδόπουλος (2007)
εμφανές γόητροovert prestigeCrystal (1997, 2002)
εμφανής συνεπαγωγήforeground entailmentYule (1996)
εμφανής-ής-έςovert
εμφατικό σύμφωνο (το)emphatic consonant
έμφυτος-η-οinnate
εμφυτότητα (η)innateness
έμψυχος-η-οanimate
εμψυχότηταanimatenessCrystal (1997, 2002)
εναλλαγή (η)alternation
εναλλαγή αναφοράς (η)switch reference
εναλλαγή κώδικαcode-switchingFromkin et al (2003)
εναλλάκτης (ο)alternant
εναλλαξιμότητα (η)interchangeability
εναλλασσόμενος-η-ο, αναπληρών-ούσα-όνalternating
εναντιωματική πρότασηconcessive clauseCrystal (1997, 2002)
εναντιωματικός-ή-όadversative
εναρκτήριο όργανο (το)initiator
εναρκτικός-ή-όinchoative
εναρκτικός-ή-ό, δηλωτικός-ή-ό του ?γίγνεσθαι?inceptive
εναρμονισμένη μεταμφίεση (η)matched guise
έναρξη (η)initiation
ενδείκτες (οι)indices
ενδείκτης (ο)index
ενδεικτική έκφρασηindexical expressionCrystal (1997, 2002)
ενδεικτικός-ή-όindexical
ενδεικτικότηταindexicalityCrystal (1997, 2002)
ένδειξη (η)cue
ένδειξη λήψης (η), ανατροφοδότηση (η)backchannelling
ενδεχόμενη εξωσυλλαβικότηταcontingent extrasyllabicityCrystal (1997, 2002)
ενδιάμεση προβολήintermediate projectionCrystal (1997, 2002)
ενδιάμεσο επίπεδοinter-levelCrystal (1997, 2002)
ενδιάμεσος-η-οintermediate
ενδογενής διάταξη intrinsic orderingCrystal (1997, 2002)
ενδογενής-ής-έςintrinsic
ενδογλωσσικός-ή-όendoglossic
ενδοκεντρικός-ή-όendocentric
ενδολήμματα ή εσωτερικά ή εντεθειμένα λήμματαrun-on/nested entriesΞυδόπουλος (2007)
ενδοπροτασιακή γραμματική (η)interclausal grammar
ενδοστοματικός-ή-όbuccal
ενδοφορά (η), ενδοφορική ιδιότητα (η)endophora
ενδοφορικός-ή-όendophoric
ενδυνάμωσηupstepCrystal (1997, 2002)
ενεργητικά δίγλωσσα λεξικάactive dictionariesΞυδόπουλος (2007)
ενεργητικός-ή-όactive
ενεργό λεξιλόγιοpassive vocabularyΞυδόπουλος (2007)
ενεργοποίηση (η)actualization
ενεργοποιώactualize
ενηλικοκεντρικός-ή-όadultocentric
ενηλικόμορφος-η-οadultomorphic
ένθεση σε ομοειδή δομή (η)nesting
ένθετο υλικόmiddle matterΞυδόπουλος (2007)
ένθημα (το)infix
ενθηματικός-ή-όinfixing
ενθηματοποίησηinfixationCrystal (1997, 2002)
ενικός (ο)singular
ενικός αριθμόςsingularCrystal (1997, 2002)
ενίσχυση (η)fortition
ενισχυτικός-ή-ό, εντασιακός-ή-όintensifying
έννοια (η), εννοιακός-ή-όsense
εννοιακές σχέσειςsense relationsCrystal (1997, 2002)
εννοιοκεντρική γραμματικήnotional grammarCrystal (1997, 2002)
εννοιοκεντρικός-ή-όnotional
εννοιολογικά λεξικάconceptual dictionariesΞυδόπουλος (2007)
εννοιολογική κατηγορίαconceptual categoryCruse (2006)
εννοιολογική σημασιολογίαconceptual semanticsCruse (2006)
εννοιολογικό αμάλγαμαconceptual blendingCruse (2006)
ενοποιημένα χαρακτηριστικά (τα)unified features
ενοποίηση (η)unification
ενοποιώunify
ενσωματώνω, ενσωματώνομαιincorporate
ενσωμάτωση (η)incorporation
ενσωμάτωση ονόματοςnoun incorporationCrystal (1997, 2002)
ενσωμάτωση ονομάτωνnoun incorporationCrystal (1997, 2002)
ενσωματωσιακές γλώσσεςincorporating languagesCrystal (1997, 2002)
ενσωματωσιακός-ή-όincorporating
έντασηintensityCrystal (1997, 2002)
ένταση (η)intensity
ένταση (η), διάταση (η)intension
εντασιακός δείκτης (ο), ενισχυτικός προσδιορισμός (ο)intensifier
εντασιακός ορισμόςintensional definitionCrystal (1997, 2002)
εντασιακός-ή-ό, διατενής-ής-έςintensional
εντατήρας ομιλίαςspeech stretcherCrystal (1997, 2002)
εντατικά ρήματαintensive verbsCrystal (1997, 2002)
εντατικές δομέςintensive constructionsCrystal (1997, 2002)
εντατικός-ή-όintensive
εντεθιμένος-η-ο σε ομοειδή δομήnested
εντοπικός-ή-όinessive
εντοπισμός αρχετύπουprimingFromkin et al (2003)
εντοπισμός συνειρμικού αρχετύπουassociative primingCruse (2006)
εξ-γλώσσα (η)E-language
εξαγόμενο (το)output
εξακολουθητικό σύμφωνο (το)spirant
εξακολουθητικός-ή-όcontinuant
εξακολουθητικός-ή-ό, διαρκείας (της)continuous
εξάλειψη (η)erasure
εξάλειψη αδέσποτων στοιχείωνstray erasureCrystal (1997, 2002)
εξαντλητικότητα (η)exhaustivity
εξαρτώμενος-η-οdependentCrystal (1997, 2002)
εξαρτώμενος-η-ο, εξαρτημένος-η-οdependent
εξασθένιση (η)lenition
εξάσκηση ακοής (η)ear-training
εξειδικευμένα συνομιλιακά υπονοήματαparticularised conversational implicaturesCruse (2006)
εξειδικευμένο συνομιλιακό υπονόημαparticularized conversational implicatureYule (1996)
εξειδίκευση (η)specialization
εξελικτική γλωσσολογία (η)developmental linguistics
εξελικτική ψυχογλωσσολογίαdevelopmental psycholinguisticsCrystal (1997, 2002)
εξιδανίκευση (η)idealization
εξιδανικεύωidealize
εξισωτικό ρήμαequational verbCrystal (1997, 2002)
εξισωτικός-ή-ό, εξομοιωτικός-ή-όequational
εξισωτικός-ή-ό, εξομοιωτικός-ή-όequative
εξόγκωση (η), κουλούριασμα (το)bunching
έξοδος (η)coda
εξουσιοδοτημένη εξωσυλλαβικότηταlicensed extrasyllabicityCrystal (1997, 2002)
εξουσιοδότης (ο), νομιμοποιητής (ο)licenser
εξουσιοδότηση (η), νομιμοποίηση (η)licensing
εξουσιοδοτώ, νομιμοποιώlicense
έξοχος-η-οprominent
εξοχότητα (η)prominence
εξωγενής διάταξηextrinsic orderingCrystal (1997, 2002)
εξωγενής-ής-έςextrinsic
εξωγλωσσική έννοιαconceptCruse (2006)
εξωγλωσσική έννοια βασικού επιπέδουbasic-level conceptCruse (2006)
εξωγλωσσικό συμφραστικό πλαίσιοcontextYule (1996)
εξωγλωσσικόςexoglossicCrystal (1997, 2002)
εξωγλωσσικός-ή-όextralinguistic
εξωθέτηση (η)extraposition
εξωθετικό itextrapositive itCrystal (1997, 2002)
εξωθητικό κλειστό (το)plosive
εξωκεντρικός-ή-όexocentric
εξωμετρικότητα (η)extrametricality
εξωμετρικότητα επιθέτουadjective extrametricalityCrystal (1997, 2002)
εξωμετρικότητα ονόματοςnoun extrametricalityCrystal (1997, 2002)
εξωμετρικότητα συμφώνουconsonant extrametricalityCrystal (1997, 2002)
εξωπροσωδιακότηταextraprosodicityCrystal (1997, 2002)
εξωσυλλαβικός-ή-όextrasyllabic
εξωσυλλαβικότητα (η)extrasyllabicity
εξωτερικευμένη γλώσσα (η)externalized language
έξωτερική επάρκεια (η)external adequacy
εξωτερικό μέροςoutside matterΞυδόπουλος (2007)
εξωφορικός-ή-όexophoric
εξωφορικότητα (η), εξωφορά (η), εξωφορική ιδιότητα (η)exophora
επαγγελματική διάλεκτοςoccupational dialectCrystal(1997,2002)
επαλήθευση (η), επαληθευτικός-ή-όchecking
επαλήθευση ομιλητήspeaker verificationCrystal (1997, 2002)
επαληθευτική ερώτηση ετικέταςchecking tagCrystal (1997, 2002)
επαμφοτερίζων-ουσα-ονcoalescent
επανακατηγοριοποίηση (η)recategorization
επανακατηγοριοποιώrecategorize
επαναλεξικοποίηση (η)relexification
επαναληπτικός-ή-όiterative
επαναληπτικότητα (η)iterativity
επανάληψη (η)iteration
επανανάλυση (η)reanalysis
επαναναλύωreanalyse
επανασύνδεσηreassociationCrystal (1997, 2002)
επανασύνδεση (η)reassociation
επανιχνηλάτησηbacktrackingFromkin et al (2003)
επάρκειαadequacy
επαρκής-ής-έςadequate
επαφή (η) (1)contact (1)
επεκτατικός-ή-όsuperfix/suprafix
επένθεση (η)epenthesis
επενθετικός-ή-όepenthetic
επεξεργασίαelaborationΞυδόπουλος (2007)
επεξεργασία (η)processing
επεξεργασία ομιλίαςspeech processingCrystal (1997, 2002)
επεξεργασία φυσικής γλώσσας (η)natural language processing
επεξεργασμένος κώδικαςelaborated codeCrystal (1997, 2002)
επεξεργασμένος-η-ο, ανεπτυγμένος-η-ο, διευρυμένος-η-οelaborated
επεξηγηματικός-ή-ό, ερμηνευτικός-ή-όexplanatory
επιβαρυμένος-η-ο, επηρεασμένος-η-οaffected
επιβεβαιωμένοι τύποιattested formsCrystal (1997, 2002)
επιβεβαιωμένος-η-οattested
επιγεγραμμένο πλέγμα (το)bracketed grid
επιγεγραμμένος-η-ο, τιτλοφορημένος-η-οlabelled
επιγράφω, τιτλοφορώ, επιγραφή (η)label
επιδείνωση (η)deterioration
επιδείνωση ή χειροτέρευση της σημασίαςdeterioration/ pejorationΞυδόπουλος (2007)
επιθετικές εκφράσειςadjectivalsCrystal (1997, 2002)
επιθετική φράσηadjective phraseCrystal (1997, 2002)
επιθετικός προσδιορισμός (ο)attribution
επιθετικός-η-όadjectival
επιθετικός-ή-όattributive
επίθετο (το)adjective
επίθετο (το)attribute
επίθημα (το)suffix
επιθηματικός-ή-ό επιθηματοποίηση (η)suffixing
επιθηματοποίησηsuffixation, suffixingCrystal (1997, 2002)
επιθηματοποίηση (η)suffixation
επικαλυπτόμενα αντώνυμαoverlapping antonymsCruse (2006)
επικαλυπτόμενος-η-οoverlapping
επικαλύπτω, επικαλύπτομαιoverlap
επικάλυψηoverlapYule (1996)
επικάλυψη (η)overlapping
επίκοινος-η-οepicene
επικοινωνία (η)communication
επικοινωνιακή γραμματικήcommunicative grammarCrystal (1997, 2002)
επικοινωνιακή ικανότηταcommunicative competenceCrystal (1997, 2002)
επικοινωνιακή ικανότηταcommunicative competenceCrystal (1997, 2002)
επικοινωνιακό πρόγραμμα σπουδώνcommunicative syllabusCrystal (1997, 2002)
επικοινωνιακός δυναμισμόςcommunicative dynamismCrystal (1997, 2002)
επικοινωνιακός-ή-όcommunicative
επικοινωνώcommunicate
επίκτητη δυσλεξίαacquired dyslexiaFromkin et al (2003)
επιλεκτική ακρόαση (η)selective listening
επιλογή (η)choice
επιλογικά κριτήριαselectional criteriaΞυδόπουλος (2007)
επιμεριστικός-ή-ό (η)partitive
επιμόλυνσηcontaminationCrystal (2002)
επίπεδο (το), επίπεδος-η-ο, σχηματίζομαι αναλογικάlevel
επίπεδο διασύνδεσης (το), διεπίπεδο (το), διεπαφή (η), επίπεδο διεπαφής (το)interface
επίπεδο ύφους (το), διάστημα (το)register
επίπεδος-η-οflat
επίρρημα (το), επιρρηματικός-ή-όadverb
επιρρηματική πρότασηadverbial clauseCrystal (1997, 2002)
επιρρηματική φράσηadverb phraseCrystal (1997, 2002)
επιρρηματικόadverbialCrystal (1997, 2002)
επιστήμη της αναφοράςreference theoryΞυδόπουλος (2007)
επιστήμη της επικοινωνίας ή επικοινωνιακή επιστήμηcommunication scienceCrystal (1997, 2002)
επιστήμη της ομιλίαςspeech scienceCrystal (1997, 2002)
επιστήμη της ομιλίας και της ακοήςspeech and hearing scienceCrystal (1997, 2002)
επιστημική τροπικότηταepistemic modalityCruse (2006)
επιστημικός-ή-όepistemic
επίστρωμα (το)superstratum
επισχέσειςhedgesYule (1996)
επιτελεστικό εκφώνημαperformative utteranceCrystal (1997, 2002)
επιτελεστικό ρήμαperformative verbCrystal (1997, 2002)
επιτελεστικός-ή-όperformative
επιτονική φράσηintonational phraseCrystal (1997, 2002)
επιτονισμός (ο)intonation
επιτονολογίαintonologyCrystal (1997, 2002)
επιτοπικός-ή-ό (η)adessive
επιφανειακή δομή (η)surface structure
επιφώνημαejaculationΞυδόπουλος (2007)
επιφώνημα (το)interjection
επιφώνημα (το) (1)exclamation
επιφωνηματική πρότασηexclamatory sentenceCrystal (1997, 2002)
επιφωνηματικός-ή-όexclamatory
επωνυμικός-ή-όeponymous
επωνύμιο (το)eponym
εργαστηριακή φωνητική (η), πειραματική φωνητική (η)instrumental phonetics
εργαστήριο γλώσσαςlanguage laboratoryCrystal (1997, 2002)
εργαστικόητα (η)ergativity
εργαστικός-ή-όergative
έργο αναφοράςreference workΞυδόπουλος (2007)
ερμηνείαreadingCruse (2006)
ερμηνεία (η)construal
ερμηνεία de dictode dicto interpretationCruse (2006)
ερμηνευτική ή επεξηγηματική επάρκειαexplanatory adequacyCrystal (1997, 2002)
Ερμηνευτική σημασιολογίαinterpretive semanticsCrystal (1997, 2002)
ερμηνευτικός-ή-όinterpretive
ερμηνεύωconstrue
ΕρωτQ
ερωτηματική λέξηquestion wordCrystal (1997, 2002)
ερωτηματικοαναφορικέςwh-relativesCrystal (1997, 2002)
ερωτηματικός-ή-όinterrogative
ερωτήσεις-whwh-questionsCrystal (1997, 2002)
ερώτηση (η)question
ερώτηση ετικέταtag questionCrystal (1997, 2002)
ερώτηση ολικής άγνοιας (η)yes-no question
ΕΣUC
εσ-γλώσσα (η)I-language
εστίαση (η), εστιάζω, εστία (η)focus
εσφαλμένη παραγωγή (η)misderivation
έσχατο συστατικό (το)ultimate constituent
εσωθητικός-η-οimplosive
εσωτερικευμένη γλώσσα (η)internalized language
εσωτερικεύωinternalize
εσωτερική ανασύνθεσηinternal reconstructionCrystal (1997, 2002)
εσωτερική ανασύνθεση (η)internal reconstruction
εσωτερική επάρκεια (η)internal adequacy
εσωτερικός δανεισμόςinternal borrowingFromkin et al (2003)
ετερογραφία (η)heterography
ετερογραφικός-ή-όheterographicCrystal (1997, 2002)
ετεροδιορθώσειςother-repairsCrystal (1997, 2002)
ετεροδιόρθωση (η)other-repair
ετεροεισαγόμενες διορθώσειςself-initiated repairsCrystal (1997, 2002)
ετεροίωση (η)mutation
ετεροργανικός-ή-όheterorganic
ετεροργανικός-ή-όheterorganicCrystal (1997, 2002)
ετερωνυμία (η)heteronymy
ετερώνυμο (το)heteronym
ετικέτα (η)tag (1)
ετυμολογία (η)etymology
ετυμολογικά λεξικάetymological dictionariesΞυδόπουλος (2007)
ετυμολογική πλάνηetymological fallacyCrystal (1997, 2002)
ετυμολογικός-ή-όetymological
έτυμον (το)etymon
ευγένειαpolitenessCruse (2006)
ευγενείας (της)honorific
ευεργεσιακός-ή-όbenefactive
ευθεία γλωσσική πράξηdirect speech actYule (1996)
ευθεία ερώτησηdirect questionCrystal (1997, 2002)
ευθεία μέθοδοςdirect methodFromkin et al (2003)
ευθύς λόγοςdirect speechCrystal (1997, 2002)
ευκτική (η)optative
ευνοούμενος-η-οfavourite
ευρετικός-ή-όheuristic
εύρος (το)amplitude
ευρυθμία (η)eurhythmy
εύρυθμος-η-οeurhythmic
ευρύς-εία-ύwide
ευφημισμόςeuphemismCruse (2006)
ευφημισμόςeuphemismFromkin et al (2003)
εφαρμογή (η)application
εφαρμόσιμος-η-οapplicable
εφαρμοσιμότητα (η)applicability
εφαρμοσμένη γλωσσολογίαapplied linguistics
εφαρμοσμένη γλωσσολογίαapplied linguisticsCrystal (1997, 2002)
εφαρμοστικός-ή-όapplicative
ΕΦΓNLP
εφετικός-ή-όdesiderative
έχει υποστεί φθίνουσα διαβάθμισηdowngraded
ζεύγμαzeugmaCruse (2006)
ζωοσημειολογία (η)zoosemiotics
ηγούμενο στοιχείο (το), σημείο αναφοράς (το)antecedent
ηλεκτροαερομετρίαelectroaerometryCrystal (1997, 2002)
ηλεκτροαερομετρία (η)electroaerometry
ηλεκτροαερόμετροelectroaerometerCrystal (1997, 2002)
ηλεκτροκυματογραφία (η), ηλεκτροκυματογράφημα (το)electrokymography
ηλεκτροκυματογραφικός-ή-όelectrokymographic
ηλεκτροκυματογράφος (ο)electrokymograph
ηλεκτρομυογραφία (η), ηλεκτρομυογράφημα (το)electromyography
ηλεκτρομυογραφικός-ή-όelectromyographic
ηλεκτρομυογράφος (ο)electromyograph
ηλεκτροουρανισκογράφημα (το) ηλεκτροουρανισκογραφία (η)electropalatography
ηλεκτροουρανισκογραφικός-ή-όelectropalatographic
ηλεκτροουρανισκογράφοςelectropalatographCrystal (1997, 2002)
ηλεκτροουρανισκογράφος (ο), ηλεκτροπαλατογράφος (ο)electropalatograph
ΗΜΓEMG
ημιανοικτός-ή-όhalf-open
ημιανοιχτός-ή-όhalf-openCrystal (1997, 2002)
ημιβοηθητικός-ή-όsemi-auxiliary
ημιγλωσσία (η)semilingualism
ημίγλωσσος-η-οsemilingual
ημιδιακρότημαdemibeatCrystal(1997,2002)
ημιδιακρότημα (το)demibeat
ημίκλειστος-η-οhalf-close
ημικός-ή-ό / ητικός-ή-όemic/etic
ημιμερώνυμοsemi-meronymΞυδόπουλος (2007)
ημιολώνυμοsemi-holonymΞυδόπουλος (2007)
ημιπαθητική (δομή)semi-passiveCrystal (1997, 2002)
ημιπαραγωγικός-ή-όsemi-productive
ημιπαραγωγικός-ή-όsemi-productiveCrystal (1997, 2002)
ημιπληγικός?ή-όhemiplegicFromkin et al (2003)
ημιπρόταση (η)semi-sentence
ημισύμφωνο (το)semi-consonant
ημίφωνο (το)semi-vowel
ημίφωνο (το), μεταβατικός φθόγγος (ο)glide
ΗΟΓEPG
ήπιος-α-οmellow
ητικός-ή-όetic
ηχηροποίηση (η)voicing
ηχηρός-ή-όsonorous
ηχηρός-ή-όvoiced
ηχηρότητα (η)sonority
ηχηρότητα (η), φωνή (η)voice
ηχητικό φασματογράφημα (το)sonagram
ηχητικός συμβολισμός (ο)sound-symbolism
ηχητικός φασματογράφος (ο)sonagraph
θ-ρόλος (ο)theta role
θάλαμοι αντήχησηςresonance chambersCrystal (1997, 2002)
θαμιστικός-ή-όfrequentative
θαμιστικός-ή-όhabitual
θαυμαστικές προτάσειςexclamativesCrystal (1997, 2002)
θαυμαστικός-ή-όexclamative
θεατήςbystanderCruse (2006)
θέμα (δομικό) (το), θέμα (το), συντακτικό θέμα (το)topic
θέμα (το)stem
θέμα (το)theme
θεματικά λεξικάthematic dictionariesΞυδόπουλος (2007)
θεματικές συναρτήσειςthematic functionsCrystal (1997, 2002)
θεματικές σχέσειςthematic relationsCrystal (1997, 2002)
θεματική δομήthematic structureCrystal (1997, 2002)
θεματική θεωρία (η)theta theory
θεματική πρόταξηthematic frontingCrystal (1997, 2002)
θεματική σημασίαthematic meaningCruse (2006)
θεματικό κριτήριοtheta-criterionCrystal (1997, 2002)
θεματικό πλέγμαthematic gridΞυδόπουλος (2007)
θεματικός ρόλοςthematic roleCrystal (1997, 2002)
θεματικός-ή-όthematic
θεματοποίησηthematizationCrystal (1997, 2002)
θεματοποίηση (η)thematicization
θεμελιώδης συχνότητα (η)fundamental frequency
θέση (η)position
θέσης (της)positional
θεσμική γλωσσολογία (η)institutional linguistics
θεσμική γλωσσολογία ή γλωσσολογία επαγγελμάτωνinstitutional linguisticsCrystal (1997, 2002)
θετική άρμοσηplus junctureCrystal (1997, 2002)
θετική άρμοση (η)plus juncture
θετική ευγένειαpositive politenessYule (1996)
θετικό πρόσωποpositive faceYule (1996)
θεωρητική γλωσσολογίαtheoretical linguisticsCrystal (1997, 2002)
θεωρητική γραμματικήtheoretical grammarCrystal (1997, 2002)
θεωρία (η)theory
θεωρία αναπαράστασης του κατατμημένου λόγουsegmented discource representation theoryCrystal (1997, 2002)
θεωρία αναπαράστασης του κατατμημένου λόγου (η)segmented discourse representation theory
θεωρία αναπαράστασης του λόγου (η)discourse representation theory
θεωρία ιχνώνtrace theoryCrystal (1997, 2002)
θεωρία κινητήρων (η)motor theory
θεωρία της αντιστοιχίαςcorrespondence theoryCrystal (1997, 2002)
θεωρία της εννοιολογικής μεταφοράςconceptual metaphor theoryCruse (2006)
θεωρία της κατηγόρησης (η)predication theory
θεωρία της κυβέρνησης (η)government theory
θεωρία της κυβέρνησης και αναφορικής σύνδεσης (η)governmentbinding theory,government and binding theory GB
θεωρία της πτώσηςcase theoryFromkin et al (2003)
θεωρία της συνάφειας (η)relevance theory
θεωρία του βελτίστου (η)optimality theory
θεωρία του ελέγχουcontrol theoryCrystal (1997, 2002)
θεωρία των αρχών και παραμέτρωνprinciples and parameters theoryCrystal (1997, 2002)
θεωρία των δεσμεύσεων (η)bounding theory
θεωρία των κβάντων (η)quantal theory
θεωρία των χαρακτηριστικών βάσει των αρθρωτών (η)articulator-based feature theory
θησαυρός (λεξικό)thesaurus dictionariesΞυδόπουλος (2007)
θόρυβος (ο)noise
θυγατρικός-ή-ό, θυγατέρα (η)daughter
ιαμβική αναστροφήiambic reversalCrystal (1997, 2002)
ιαμβική αναστροφή (η)iambic reversal
ιαμβικός πόδαςiambic footCrystal (1997, 2002)
ίαμβος (ο)iamb
ιδεόγραμμαideogram, ideographFromkin et al (2003)
ιδεοφωνικός-ή-όideophonic
ιδεόφωνο (το)ideophone
ιδιογλωσσία (η)idioglossia
ιδιόλεκτος (η)idiolect
ιδιότητα (η)attribute
ιδιότητα του διηνεκούς/διαρκούςdurativity
ιδιότητεςquale-qualiaCrystal (1997, 2002)
ιδιόφωνο (το)idiophone
ιδιωματικός-ή-όidiomatic
ιδιωματισμός (ο)idiom
ιεραρχία (η)hierarchy
ιεραρχία ηχηρότηταςsonority hierarchyCrystal (1997, 2002)
ιεραρχία κατά Τσόμσκι (Chomsky) (η)Chomsky hierarchy
ιεραρχική δομήhierarchical structureCrystal (1997, 2002)
ιεραρχικός-ή-όhierarchical
ινδοευρωπαϊκός-ή-όindo-europeanFromkin et al (2003)
ιντερλίνγκουα (interlingua) (η)interlingua(l)
ισο-iso-
ισογλωσσική γραμμήisoglottic lineCrystal (1997, 2002)
ισόγλωσσοςisoglosssCrystal (1997, 2002)
ισόγραφοςisographCrystal (1997, 2002)
ισοδύναμα αντώνυμαequipollent antonymsCruse (2006)
ισοδύναμη αντίθεσηequipollent oppositionCrystal (1997, 2002)
ισοδύναμη αντίθεση (η)equipollent opposition
ισοδυναμία (η)equivalence
ισοδύναμος-η-οequipollent
ισόλεκτοςisolectCrystal (1997, 2002)
ισόλεξοisolexCrystal (1997, 2002)
ισομορφικός-ή-όisomorphic
ισομορφισμός (ο)isomorphism
ισόμορφοisomorphCrystal (1997, 2002)
ισόπληθοςisoplethCrystal (1997, 2002)
ισορροπημένοι διπλόγλωσσοιcompound bilingualsCrystal (1997, 2002)
ισόσημοisosemeCrystal (1997, 2002)
ισοτίμηση (η), αντιστοίχιση (η)matching
ισόφωνοisophoneCrystal (1997, 2002)
ισοχρονία (η)/ισοχρονισμός (ο)isochrony/isochronism
ιστορικά λεξικάhistorical dictionariesΞυδόπουλος (2007)
ιστορική γλωσσολογίαhistorical linguisticsCrystal (1997, 2002)
ιστορική γλωσσολογία (η)historical linguistics
ιστορική διάλεκτοςhistorical dialectCrystal(1997,2002)
ιστορικός παρελθοντικός (ο)past historic
ιστοριογραφία της γλωσσολογίας (η)linguistic historiography
ισχυρή επάρκειαstrongly adequateCrystal (1997, 2002)
ισχυρή επάρκεια (η)strong adequacy
ισχυρός τύπος (ο)strong form
ισχυρός-ή-όpowerful
ισχύς (η)power
ισχύς (η)strength
ισχύς των υπονοημάτωνstrength of implicaturesCruse (2006)
ίχνος (το)trace
ίχνος whwh-traceCrystal (1997, 2002)
ίχνος ΟΦΝP traceCrystal (1997, 2002)
καθαρό l (το), φατνιακό l (το)clear l
καθαρολογία (η)purism
καθαρολόγος (ο), καθαρολογικός-ή-όpurist
κάθετη εξάρτησηdaughter-dependencyCrystal (1997, 2002)
καθιερωμένη γλώσσα γενικευμένης σημείωσης (η)Standard Generalized Markup Language
καθιέρωσηestablishmentCruse (2006)
καθοδηγητική ένδειξη (η)lead
καθοδηγητική ένδειξη ηχηροποίησηςvoicing leadCrystal (1997, 2002)
καθοδηγητική λέξηguidance wordΞυδόπουλος (2007)
καθοδικό ημίφωνοοff-glideCrystal (1997, 2002)
καθοδικό/ανοδικό ημίφωνο (το)off-/on-glide
καθολικές γλωσσικές αρχέςlanguage universalsCrystal (1997, 2002)
καθολική βάσηuniversal baseCrystal (1997, 2002)
καθολική γραμματικήuniversal grammarCrystal (1997, 2002)
καθολική γραμματικήuniversal grammarCrystal (1997, 2002)
καθολικός ποσοδείκτης (ο)universal quantifier
καθολικός-ή-ό, καθολική αρχή (η)universal
καθολικότηταuniversality
καθομιλουμένη (η), οικείο ύφος (το), κοινή (η)vernacular
καθομιλούμενη επαφήςcontact vernacularCrystal (1997, 2002)
καθομιλούμενη επαφήςcontact vernacularsCrystal (1997, 2002)
καθομιλούμενη τεχνική γλώσσαjargonFromkin et al (2003)
καθομιλουμένη των αγγλοφώνων αφροαμερικανών (η)black English vernacular
καθορισμένες παραλλαγέςconditioned variantsCrystal (1997, 2002)
καθορισμένη φθογγική μεταβολήconditioned sound changeFromkin et al (2003)
καθορισμένο στοιχείο (το)actant
καθυστερημένη αντιληπτική ανατροφοδότησηdelayed auditory feedbackCrystal (1997, 2002)
καθυστερημένη άφεσηdelayed releaseCrystal (1997, 2002)
καθυστερημένος-η-οdelayed
καθυστέρηση (η), χρονική υστέρηση (η), βράδυνση (η)lag
καθυστέρηση ηχηροποίησηςvoicing lagCrystal (1997, 2002)
καλλιγραφίαcalligraphyFromkin et al (2003)
καλυμμένο γόητροcovert prestigeCrystal (1997, 2002)
καλυμμένος-η-οcovered
καλυμμένος-η-ο, μη εμφανής-ής-έςcovert
κανόνας (ο)rule
κανόνας άμεσης κυριαρχίαςimmediate dominance ruleCrystal (1997, 2002)
κανόνας ανομοίωσηςdissimilation ruleFromkin et al (2003)
κανόνας απαγόρευσηςbleeding ruleCrystal (1997, 2002)
κανόνας ΓΠLP rule
κανόνας γραμμικής προτεραιότητας (ο)linear precedence rule
κανόνας έκφρασηςexpression ruleCrystal (1997, 2002)
κανόνας εξάρτησηςdependency ruleCrystal (1997, 2002)
κανόνας επανεγγραφής (ο)rewrite rule
κανόνας επανεγγραφής (ο)rewriting rule
Κανόνας ερμηνείαςrule of construalCrystal (1997, 2002)
κανόνας ομοργανικών ρινικώνhomorganic nasal ruleFromkin et al (2003)
κανόνας ΣΦ (o)CV rule
κανόνας σχηματισμού (ο)formation rule
κανόνας των ?δεκατριών ανδρών? (ο)thirteen men rule
κανόνας των «δεκατριών ανδρών»thirteen men ruleCrystal (1997, 2002)
κανόνες / συνθήκες της δομής του μορφήματος (οι)morphemestructure rules/conditions
κανόνες ανάπτυξηςexpansion rulesCrystal (1997, 2002)
κανόνες διάδοσης χαρακτηριστικώνfeature-spreading rulesFromkin et al (2003)
κανόνες επανόρθωσης (οι)readjustment rules
κανόνες λεξικής πραγμάτωσηςlexical realization rulesΞυδόπουλος (2007)
κανόνες μεταβλητήςvariable rulesCrystal (1997, 2002)
κανόνες μεταβολής χαρακτηριστικώνfeature-changing rulesFromkin et al (2003)
κανόνες μετακίνησηςmovement rulesCrystal (1997, 2002)
κανόνες ουδετεροποίησηςneutralization rulesFromkin et al (2003)
κανόνες φδps-rulesCrystal (1997, 2002)
κανονική / συστηματική πολυσημίαregular / systematic polysemyCruse (2006)
κανονική αναγκαιότηταcanonical necessityΞυδόπουλος (2007)
κανονική γραμματικήregular grammarCrystal (1997, 2002)
κανονική γραμματική (η)regular grammar
κανονική φθογγική αντιστοίχισηregular sound correspondenceFromkin et al (2003)
κανονικός τύποςcanonical formΞυδόπουλος (2007)
κανονικός-ή-όcanonical
κανονιστική γραμματικήnormative grammarCrystal (1997, 2002)
κανονιστικοί κανόνεςnormative rulesCrystal (1997, 2002)
κανονιστικός-ή-όnormative
Καρτεσιανή γλωσσολογία (η)Cartesian linguistics
ΚΑΣGB
κατάκτηση (η), απόκτηση (η),acquisition
κατάκτηση 2ης γλώσσαςl2 acquisitionFromkin et al (2003)
κατάκτηση της παιδικής γλώσσαςchild language acquisitionCrystal (1997, 2002)
κατακτώ, αποκτώacquire
κατάλληλη κυβέρνησηproper governmentCrystal (1997, 2002)
κατάλληλη μεταβατική θέσηtransition relevance placeYule (1996)
κατάλληλος-η-οappropriate
κατάλληλος-η-οproper
καταλληλότητα (η)appropriateness
κατάλογος (ο)inventory
κατάλογος των λημμάτωνword listΞυδόπουλος (2007)
κατανεμημένη αναπαράσταση (η)distributed representation
κατανεμημένος-η-οdistributed
κατανεμητικός πληθυντικόςdistributive pluralCruse (2006)
κατανόηση (η)comprehension
κατανόηση φωνήςspeech understandingFromkin et al (2003)
κατανομή (η)distribution(al)
κατανομικός-ή-όdistributional
κατάρρευση (η), καταρρέωcrash
κατάσταση (η), φάση (η)state
κατάσταση γλώσσας (η), ετά ντε λανγκ, ?tat de langueetat de langue
καταστασιακός-ή-όstatic
καταστασιακός-ή-όstative
καταστασιακός-ή-ό, στατικός-ή-όstatic
καταστασιακότητα (η),stativity
καταφατικός-ή-όaffirmative
καταφατικός-ή-ό, θετικός-ή-όpositive
καταφορικός-ή-ό, καταδρομικός-ή-όcataphoric
καταφορικότητα (η), καταδρομή (η)cataphora
καταχώρισμαlistemeCruse (2006)
κατερχόμενη άρμοσηfalling junctureCrystal (1997, 2002)
κατερχόμενο ύψοςdowndriftCrystal (1997, 2002)
κατερχόμενο ύψος (το)downdrift
κατευθυνόμενος-η-οdirected
κατευθυνσιακός-ή-όillative
κατευθυντής (ο)director
κατευθυντικά αντίθεταdirectional oppositesCruse (2006)
κατευθυντικός-ή-όdirective
κατευθυντικότητα (η)directionality
κατηγόρημα (το), προτασιακός-ή-όpredicate
κατηγορηματικός-ή-όpredicative
κατηγόρηση (η)predication
κατηγορητής (ο)predicator
κατηγορία (η)category
κατηγορία μηδενικής μπάρας ή τόνουzero-bar categoryCrystal (1997, 2002)
κατηγορία μηδενικού επιπέδουzero-level categoryCrystal (1997, 2002)
κατηγοριακά όριαcategory boundariesCruse (2006)
κατηγοριακή αντίληψη (η)categorical perception
κατηγοριακή μεταβλητήcategory variableCrystal (1997, 2002)
κατηγοριακός-ή-όcategorial
κατηγορική λογικήpredicate calculus / predicate logicCruse (2006)
κατηγοριοποίηση (η)categorization
κατηγοριοποιώcategorize
κατιών-ούσα-όνfalling/fall
κατώτερη κατηγορία (η)lower category
κατώτερη κοινή (η)sub-standard
κβαντικός-ή-ό, κβάντου (του)quantal
κβάντο (το)quantum
ΚΓΓΣSGML
κειμενική λειτουργίαtextual functionYule (1996)
κειμενικό είδος (το), γραμματειακό είδος (το)genre
κειμενικό υπο-είδος (το), γραμματειακό υπο-είδος (το)subgenre
κειμενικός-ή-όtextual
κειμενικότητα (η)textuality
κειμενικότητα (η)texture
κείμενο (το)text
κειμενογλωσσολογία (η)textlinguistics
κελάηδισμαbird songFromkin et al (2003)
κενή μορφήempty morphCrystal (1997, 2002)
κενό (το)gap
κενό (το)gapping
κενός-ή-όempty
κεντρικοποίηση (η)centralization
κεντρικοποιώcentralize
κεντρικός εγκιβωτισμόςcentre-embeddingCrystal (1997, 2002)
κεντρικός εγκιβωτισμός (ο), ενδοεγκιβωτισμός (ο)centre-embedding
κεντρικός-ή-όcentral
κέντρο (το), μέσο (ή κέντρο) της γλώσσας (το)centre
κέρμα (το)chunk
κερματισμός (ο)chunking
κεφαλή (η)head
κεφαλοφόρος-ος-οheaded
κίνημα (το)ceneme
κίνημα (το)cenemic
κινηματική (η)cinematics
κινηματική μορφή (η)kine
κινηματικός-ή-όkinesic
κινηματολογία (η)kinesics
κινήμημα (το)kineme
κινημικός-ή-όcinemic
κίνηση (η)gesture
κινησιακή δείξηgestural deixisCruse (2006)
κινησιακός-ή-ό (η)allative
κινητική (η)cinetics
κινητικός-ή-όkinetic
κινητικότητα θέσης (η)positional mobility
ΚλINFL, I
κλάδος (ο, η)branch
κλασική θεωρία εξωγλωσσικών εννοιώνclassical theory of conceptsCruse (2006)
κλειδί (το)key
κλειστή άρμοσηclose junctureCrystal (1997, 2002)
κλειστή μετάβασηclose transitionCrystal (1997, 2002)
κλειστή τάξηclosed classFromkin et al (2003)
κλειστό (το), αποφρακτικό (το)stop
κλειστός-ή-όclose
κλειστός-ή-όclosed
κληρονομημένες λέξειςinherited wordsΞυδόπουλος (2007)
κληρονομία (η), κληρονόμηση (η)inheritance
κληρονομία / κληρονόμησηinheritanceCrystal (1997, 2002)
κληρονομώinherit
κλητική (η)vocative
κλικ (click) (το)click
κλίμακα (η)scale
κλίμακα ηχηρότηταςsonority scaleCrystal (1997, 2002)
κλιμακωτό υπονόημαscalar implicatureYule (1996)
κλινική γλωσσολογίαclinical linguisticsCrystal (1997, 2002)
κλινική γλωσσολογία (η)clinical linguistics
κλίνομαιinflect
κλίνομαι, συζευγνύομαιconjugate
κλισέ, στερεότυπη έκφρασηclicheCruse (2006)
κλίση (η)declension
κλίση (η)inflexion
κλίση (η), κλιτική κατάληξη (η), κλιτικός-ή-όinflection
κλιτική μορφολογίαinflectional morphologyCrystal (1997, 2002)
κλιτικό (το), κλιτικός-ή-όclitic
κλιτικοποίηση (η)cliticization
κλιτικοποιώcliticize
κλιτικός-ή-όinflecting
κλιτικός-ή-όinflectional
κλιτικός-ή-όinflexional
κοιλάδα κύματος (η)trough
κοιλιακός-ή-όventricular
κοίλο κύματος (το)valley
κοίλος-η-οgroove
κοιλότητα (η)cavity
κοιλωμένος-η-οgrooved
κοίλωση (η)cupping
κοίλωση (η)grooving
κοινή αμερικανική ποικιλία (η)General American
κοινό όνομαcommon nounCruse (2006)
κοινός τόποςcommon groundCruse (2006)
κοινός-ή-όcommon
κοινός-ή-ό, πρότυπος-η-ο, στάνταρντ, καθιερωμένος-η-οstandard
κοινωνική δείξηsocial deixisCrystal (1997, 2002)
κοινωνική δείξηsocial deixisYule (1996)
κοινωνική διαλεκτολογίαsocial dialectologyCrystal(1997,2002)
κοινωνική διαλεκτολογία (η)social dialectology
κοινωνική διάλεκτοςsocial dialectCrystal(1997,2002)
κοινωνική λειτουργία (η)social function
κοινωνική προφορά (το)social accent
κοινωνιογλωσσολογίαsociolinguisticsCrystal (1997, 2002)
κοινωνιογλωσσολογία (η)sociolinguistics
κοινωνιογλωσσολογία τηςδιεπίδρασηςinteractional sociolinguisticsCrystal(1997,2002)
κοινωνιόλεκτος (η)sociolect
κοινωνιοπραγματολογία (η)sociopragmatics
κόμβος (ο)node
κόμβος ανοίγματοςaperture nodeCrystal (1997, 2002)
κόρπους (corpus) (το), σώμα κειμένου (το)corpus
κορυφή ηχηρότηταςsonority peakCrystal (1997, 2002)
κορυφή κύματος (η)peak
κορύφωση (η)culminativity
κορυφωσιακός-ή-όculminative
κορωνιδικός-ή-όcoronal
κόστος (το)cost
κραυγή πουλιώνbirdcallFromkin et al (2003)
κρεολή (η), μιγαδική γλώσσα (η), κρεολική γλώσσα (η)creole
κρεολοποίηση (η), μιγαδοποίηση (η)creolization
κρεολοποιώ,μιγαδοποιώcreolize
κρίσιμη περίοδοςcritical periodFromkin et al (2003)
κριτήρια (τα)criteria
κριτήρια/τεστ αποδεκτότηταςacceptability testsCrystal (1997, 2002)
κριτήριο (το), τεστ (το)test
κριτήριο / τεστ μεταλλαγήςcommutation testCrystal (1997, 2002)
κριτήριο / τεστ του ελάχιστου ζεύγους (το)minimal pair test
κριτική αξιολόγηση των λεξικώνdictionary criticismΞυδόπουλος (2007)
κριτική γλωσσολογίαcritical linguisticsCrystal (1997, 2002)
κριτική γλωσσολογία (η)critical linguistics
κρυπτοφασίαcryprophasiaCrystal (1997, 2002)
κρυπτοφασία (η)cryptophasia
κρυφό πρότυπο (Markov) Μαρκόφ (το)hidden Markov model
κτήση (η)possession
κτητική αντωνυμίαpossessive pronounCrystal (1997, 2002)
κτητικός-ή-όpossessive pronoun
κτήτωρpossessorFromkin et al (2003)
κυβέρνηση (η)government
κυβερνήτης (ο)governor
κυβερνητικός-ή-όgoverning
κυβερνώgovern
κυβερνώμενος-η-ο, κυβερνημένος-η-οgoverned
κυκλικός-ή-όcyclic
κυκλικός-ή-όcyclical
κυκλικότητα (η)cyclicality
κύκλοι ανά δευτερόλεπτο (οι)cps
κύκλος (ο)cycle (1)
κύμα (το)wave
κυριάρχηση (η), κυριαρχείν (το)dominance
κυριαρχία (η)domination
κυριαρχώ, κυριαρχούμαιdominate
κυριολεκτική σημασίαliteral meaningCruse (2006)
κύριος-α-οproper
κύριος-α-ο, ανεξάρτητος-η-οmain
κύριος-α-ο, μείζων-ων-ονmajor
κώδικας (ο)code
κώδικας τυμπάνου (ο)drum language
κωδικοποίηση (η)codification
κωδικοποιώcodify
κωδικοποιώencode
λάθος (γνώσης) (το)error
λαϊκή ετυμολογία (η), παρετυμολογία (η)popular etymology
λάμδα (το), λάμβδα (το)lambda (λ)
λάνγκ (langue) (η), γλώσσα (η)langue
λανθάνον σύμφωνο (το)latent consonant
λάρυγγας (ο)larynx
λαρυγγικός-ή-όlaryngeal
λαρυγγογράφος (ο)laryngograph
λαρυγγοποίηση (η)laryngealization
λαρυγγοσκόπιο (το)laryngoscope
λαρυγγοφαρυγγικός-ή-όguttural
ΛΔLF
λειτουργική γραμματική (η)functional grammar
λειτουργική δομή (η)f-structure
λειτουργική λέξη (η)function word
λειτουργική προοπτική της πρότασης (η)functional sentence perspective
λειτουργικός ρόλοςfunctional roleCruse (2006)
λειτουργικός-ή-ό, συναρτησιακός-ή-όfunctional
λειτουργώ, λειτουργία (η), συνάρτηση (η)function
λεκτική επικοινωνίαverbal communicationCrystal (1997, 2002)
λεκτική μονομαχία (η)verbal duelling
λεκτικό παιχνίδι (το)verbal play
λεκτικός-ή-όlectal
λεκτικός-ή-ό, εκφωνητικός-ή-όlocutionary
λέκτος (η)lect
λέξη (η), όρος (ο)word
λέξη ?νυφίτσαweasel wordΞυδόπουλος (2007)
λέξη και παράδειγμαword and paradigm
λέξη κεφαλή (η)headword
λέξη περιεχομένουcontent wordFromkin et al (2003)
λέξη περιεχομένουcontent word / contentiveCrystal (1997, 2002)
λέξη-κεφαλήheadwordΞυδόπουλος (2007)
λέξημα (το)lexeme
λεξικά ακρωνυμίωνacronyms dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά γραφείουdesk dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά διαλέκτων/γεωγραφικών ποικιλιώνdialects/regional variations dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά δυσκολιώνdifficulties dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά ειδικού λεξιλογίουjargon dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά εκμάθησηςlearners dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά κειμένωνtexts dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά λεξικών συνδυασμώνlexical combinations dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά νεολογισμώνneologisms dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά ξένων λέξεωνforeign words dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά περιθωριακού λεξιλογίουslang dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά προφοράς ή φωνητικής μεταγραφήςpronunciation dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά συγγραφέωνauthors dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά συμφράσεωνcollocations dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά συντομογραφιώνabbreviations dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά συνωνύμωνsynonym dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά συχνότηταςfrequency dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά τσέπηςpocket/vest dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικά χρήσηςusage dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λεξικαλιστικός-ή-όlexicalist
λεξικές παραφράσειςlexical paraphrasesFromkin et al (2003)
λεξική αμφισημίαlexical ambiguityCrystal (1997, 2002)
λεξική αμφισημίαlexical ambiguityFromkin et al (2003)
λεξική αντιθετότηταlexical oppositenessCruse (2006)
λεξική αποσύνθεσηlexical decompositionCruse (2006)
λεξική απόφασηlexical decisionFromkin et al (2003)
λεξική έννοιαlexical senseCruse (2006)
λεξική ή παραγωγική μορφολογίαlexical / derivational morphologyCrystal (1997, 2002)
λεξική ιεραρχίαlexical hierarchyCruse (2006)
λεξική κατηγορίαlexical categoryFromkin et al (2003)
λεξική ονοματική φράση (η)lexical noun phrase
λεξική ΟΦ (η)lexical NP
λεξική προϋπόθεσηlexical presuppositionYule (1996)
λεξική σημασίαlexical meaningCruse (2006)
λεξική σημασιολογίαlexical semanticsCruse (2006)
λεξική φωνολογία (η)lexical phonology
λεξική-λειτουργική γραμματική (η)lexical-functional grammar
λεξικήπροσπέλασηlexical accessFromkin et al (2003)
λεξικό (το), λεξικολόγιο (το)lexicon
λεξικό αντίστροφοlexical converseCruse (2006)
λεξικό κενόlexical gapCruse (2006)
λεξικό πεδίοlexical fieldCruse (2006)
λεξικό ποιό ενέργειας (Aktionsart) (το)Aktionsart
λεξικογραφία (η)lexicography
λεξικογραφικά αρχείαlexicographic archivesΞυδόπουλος (2007)
λεξικολογία (η)lexicology
λεξικοποίησηlexicalisationΞυδόπουλος (2007)
λεξικοποιώlexicalize
λεξικός δυναμικός τόνοςlexical stress ή word stressCrystal (1997, 2002)
λεξικός μουσικός τόνοςlexical toneCrystal (1997, 2002)
λεξικός χαρακτηρισμός (ο)l-marking
λεξικός-ή-ό, λεξικολογικός-ή-όlexical
λεξικοστατιστική (η)lexicostatistics
λεξικότηταlexicalityΞυδόπουλος (2007)
λεξιλόγιο (το)vocabulary
λεξιλόγιο ορισμού (το)defining vocabulary
λεξιλόγιο ταμπούtaboo vocabularyΞυδόπουλος (2007)
λεξιπλασία (η)nonce
λέξις (η)lexis
λεπίδα της γλώσσας (η)blade
λεπτομερής μεταγραφήnarrow transcriptionCrystal (1997, 2002)
λεπτομερής-ής-ές, στενός-ή-όnarrow
λεπτός-ή-ό, λεπτομερής-ής-έςdelicate
λεπτότητα (η), λεπτομέρεια (η)delicacy
λήμμα (το)lemma
λήμμα (το), καταχώριση (η)entry
λήξη (η)termination
λιεζόν (liaison) (η), συνεκφώνηση (η), υφέν (το), συνεκφορά (η)liaison
λιλιπούτεια λεξικάliliput dictionariesΞυδόπουλος (2007)
λίνγκουα φράνκα (lingua franca), γλώσσα διαμεσολάβησης (η)lingua franca
λιτότηςlitotesCruse (2006)
ΛΛΓLFG
λογικές σχέσειςlogical relationsCruse (2006)
λογική δομή (η)logical form (LF)
λογική πρόταση (η)proposition
λογικό κατηγόρημαlogical predicateCruse (2006)
λογικοπροτασιακή λογικήpropositional calculus / propositional logicCruse (2006)
λογικοπροτασιακή σημασίαpropositional meaning , contentCruse (2006)
λογικοπροτασιακή συνωνυμίαpropositional synonymyCruse (2006)
λογικοπροτασιακό περιεχόμενοpropositional contentCruse (2006)
λογικοπροτασιακός-ή-όproposition(al)
λογισμός (ο)calculus
λογογράμματαlogogramsFromkin et al (2003)
λογογραφική γραφήlogographic writingFromkin et al (2003)
λογοκεντρικός-ή-όlogocentric
λογοκεντρισμός (ο)logocentrism
λογοπαίγνιοpunCruse (2006)
λογοπαίγνιο (το)ludling
λογοπαικτικός-ή-όludic
λόγος (ο)discourse
λόγος στη συνεπαγωγή κοινής λογικής (ο)discourse in common sense entailment
λογοφορική αντωνυμίαlogophoric pronounCrystal (1997, 2002)
λογοφορικός-ή-όlogophoric
ΛΠWP
ΛΠΠFSP
ΛΣΚΛDICE
Μpart
μαθηματική γλωσσολογίαmathematical linguisticsCrystal (1997, 2002)
μαθηματική γλωσσολογία (η)mathematical linguistics
μαθησιμότητα (η)learnability
μακρογλωσσολογία (η)macrolinguistics
μακρογλωσσολογικός-ή-ό, μακρογλωσσικός-ή-όmacrolinguistic
μακροδομήmacrostructureΞυδόπουλος (2007)
μακρός-ά-ό (φθόγγος)long (sound)
μακρόφυλο (το)macro-phylum
μαλακό σύμφωνο (το)soft consonant
μαλακός ουρανίσκοςsoft palateCrystal (1997, 2002)
ΜΓΚLAD
μεγαδομήmegastructureΞυδόπουλος (2007)
μεγάλη φωνηεντική μετατόπισηgreat vowel shiftFromkin et al (2003)
μεγάλο PRO (το)PRO
μεγεθυντικός-ή-ό, επαυξητικός-ή-όaugmentative
μέγιστη δομική επιβολήmaximal-command, m-commandCrystal (1997, 2002)
μέγιστη δομική επιβολή (η)m-command
μέθοδος ομιλίας και ακουστικής κατανόησηςaudio-lingual methodFromkin et al (2003)
μειονοτική γλώσσα (η)minority language
μειούμενη άρμοσηfading junctureCrystal (1997, 2002)
μειωμένος-η-οreduced
μειώνωreduce
μείωση (η)reduction
μελέτη πεδίουfieldwork / field studyCrystal (1997, 2002)
μέλλων χρόνος (ο)future tense
μελωδικός άξονας (ο)melodic tier
μεμονωμένη αντίθεσηisolated oppositionCrystal (1997, 2002)
μεμονωμένη αντίθεση (η)isolated opposition
μεμονωμένος-η-οisolated
μερική ή ατελής αφομοίωσηpartial ή incomplete assimilationCrystal (1997, 2002)
μέρος του λόγου (το)part of speech
μερωνυμίαpartonymyCruse (2006)
μερωνυμία (η)meronymy
μερώνυμο (το)meronym
μέσα ανοικτάmid openCrystal (1997, 2002)
μέσα κλειστάmid closeCrystal (1997, 2002)
μεσαίος-α-οmedial
μέση φωνήmiddle voiceCruse (2006)
μέσο (το)medium
μέσο μήκος εκφωνήματος (το)mean length of utterance (MLU)
μέσο ομιλίαςspoken mediumCrystal (1997, 2002)
μέσο ομιλίας (το)spoken medium
μεσοδοντικός-ή-όinterdental
μεσολεκτικός-ή-όmesolectal
μεσόλεκτος (η)mesolect
μεσολόβιοcorpus callosumFromkin et al (2003)
μέσος-διάμεσος-η-οfactitive
μέσος-η-οmid
μέσος-η-ο ανοιχτός-ή-όmid-openCrystal (1997, 2002)
μετα-post-
μετά-θεση (η)postposition
μετα-θέτωpostpose
μετάβαση (η)transition
μετάβασης (της)transitional
μεταβατικές περιοχέςtransitional areasCrystal (1997, 2002)
μεταβατικές σχέσειςtransitive relationsCruse (2006)
μεταβατικός-ή-όtransitive
μεταβατικός-ή-όtransitiveCrystal (1997, 2002)
μεταβατικότητα (η)transitivity
μεταβίβαση (η)transfer
μεταβίβαση γραμματικών κανόνωνtransfer of grammatical rulesFromkin et al (2003)
μεταβλητή (η), μεταβλητός-ή-όvariable
μεταβλητή τόνουbar variableCrystal (1997, 2002)
μεταβολή (η)/νόμος (ο)/μετατόπιση (η) φθόγγουsound change/law/shift
μεταβολή / διατήρηση της σημασίας (η)meaning-changing/-preserving
μεταγλώσσα (η)metalanguage
μεταγλωσσική επίγνωσηmetalinguistic awarenessFromkin et al (2003)
μεταγλωσσικός-ή-όmetalinguistic
μεταγλωσσολογία (η)metalinguistics
μεταγραμματική (η)metagrammar
μεταγραφή (η)transcription
μεταγραφή, φωνημικήtranscription, phonemicFromkin et al (2003)
μεταγραφή, φωνητικήtranscription, phoneticFromkin et al (2003)
μεταγραφικός-ή-όtranscriptional
μεταγράφωtranscribe
μεταδάσυνση (η)post-aspiration
μεταδομισμός (η), μεταστρουκτουραλισμός (ο)post-structuralism
μετάθεση (ηdisplacement
μετάθεση (η) (1)metathesis
μετακανόνας (ο)metarule
μετακίνηση (η)movement
μετακίνηση του αα movement
μετακίνηση του αλφα (η)alpha movement
μετακίνηση-whwh-movementCrystal (1997, 2002)
μετακίνηση-ΟΦ (η)NP-movement
μετακινώmove
μετακινώ το αmove α
μετακινώ το άλφαmove alpha
μετακρεολικό συνεχές (το)post-creole continuum
μετακυκλικός-ή-όpost-cyclic
μεταλεξικογραφίαmetalexicographyΞυδόπουλος (2007)
μεταλεξικογραφίαmetalexicographyΞυδόπουλος (2007)
μεταλεξικός-ή-όpost-lexical
μεταλλαγή (η)commutation
μεταλόγος (ο)metadiscourse
μετανάλυση (η)metanalysis
μετάπλαση (η)conversion
μεταπλαστικοί κανόνεςconversion rulesΞυδόπουλος (2007)
μεταπροσδιοριστής (ο)post-determiner
μετάπτωση (η)ablaut
μετασχηματίζωtransform
μετασχηματισμοί αναδιάταξηςreordering transformationsCrystal (1997, 2002)
μετασχηματισμοί μετακίνησηςmovement transformationsCrystal (1997, 2002)
μετασχηματισμός (ο)transformation
μετασχηματισμός μετακίνησης δοτικήςdative movement transformationCrystal (1997, 2002)
μετασχηματιστική παραγωγήtransformational devirationCrystal (1997, 2002)
μετασχηματιστικό ιστορικόtransformational historyCrystal (1997, 2002)
μετασχηματιστικός-ή-όtransformational
μετατεθειμένη ομιλίαdisplaced speechCrystal (1997, 2002)
μετατεθιμένος-η-οdisplaced
μετατόπιση βαθμούrank shiftCrystal (1997, 2002)
μετατόπιση δανείουloan shiftCrystal (1997, 2002)
μετατόπιση της βαριάς οφheavy np shiftCrystal (1997, 2002)
μετατροπή κειμένου σε ομιλία (η)text-to-speech
μετατροποποίηση (η)postmodification
μετατροποποιώpostmodify
μεταφορά (η)metaphor
μεταφορικές συνεπαγωγέςmetaphorical entailmentsCruse (2006)
μεταφορική αντιστοιχίαmetaphorical correspondenceCruse (2006)
μεταφορική συνεπαγωγήmetaphorical entailmentΞυδόπουλος (2007)
μεταφραστικά λεξικάtranslation dictionariesΞυδόπουλος (2007)
μεταφραστικό δάνειοloan translationCrystal (1997, 2002)
μεταφωνία (η)metaphony
μετονομασίαrenamingΞυδόπουλος (2007)
μετονοματικός ή επονοματικόςadnominalCrystal (1997, 2002)
μετονοματικός-ή-ό, επονοματικός-ή-όadnominal
μετοχή (η)participle
μετοχικός-ή-όparticipial
μέτρηση (η)metric
μέτρηση μόραςmora countingCrystal (1997, 2002)
μετρήσιμος-η-ο, μαζικός-ή-όmass
μετριαστικός-ή-όattenuative
μετρική (η)metrics
μετρική φωνολογία (η)metrical phonology
μετρικό πλέγμα (το)metrical grid
μετρικός-ή-όmetrical
μετωνυμία (η)metonymy
μετώνυμο (το)metonym
μη α-δέσμευση (η) (αναφορική δέσμευση σε θέση μη ορίσματος), αναφορική δέσμευση σε μη οργανική θέσηa-bar-binding
μη αιτιατός-ή-όnon-causativeCrystal (1997, 2002)
μη αλλοτριώσιμο ή αναπόσπαστοalienableCrystal (1997, 2002)
μη αλλοτριώσιμος-η-ο, αναπόσπαστος-η-οinalienable
μη αλφαβητική ταξινόμησηnon alphabetical orderingΞυδόπουλος (2007)
μη ανακεκομμένοuncheckedCrystal (1997, 2002)
μη ανακεκομμένοuncheckedCrystal (1997, 2002)
μη ανακεκομμένος-η-οunchecked
μη αναλύσιμος ?η,-οunanalysableCrystal (1997, 2002)
μη αναλύσιμος-η-οunanalysable
μη αντηχητικός ?ή,-όnon-echoCrystal (1997, 2002)
μη αντηχητικός ?ή,-όnon- sonorantCrystal (1997, 2002)
μη αντηχητικός-ή-όnon-echo
μη αποδεκτός-ή-όunacceptable
μη αποδεκτότητα (η)unacceptability
μη αριθμήσιμος-η-οuncountable
μη αριθμήσιμος-η-οuncountable ή non-countCrystal (1997, 2002)
μη αριθμήσιμος-η-ο, αριθμησιμότητα (η)non-countable countability
μη αρχέτυποι όροιnon-primitive termsCrystal (1997, 2002)
μη ασυνεχής γραμματική (η)non-discrete grammar
μη ασυνεχής-έςnon-discreteCrystal (1997, 2002)
μη βουλητικός-ή-όnon-volitionalCrystal (1997, 2002)
μη γεγονοτική προϋπόθεσηnon-factive presuppositionYule (1996)
μη γεγονοτικός-ή-όnon-factiveCrystal (1997, 2002)
μη γειτνιάζων-ουσα-ονnon-adjacentCrystal (1997, 2002)
μη γοητευμένος-η,-οcharmlessCrystal (1997, 2002)
μη γοητευμένος-η-ο, μη θελκτικός-ή-όcharmless
μη γραμμική πολυσημίαnon-linear polysemyΞυδόπουλος (2007)
μη γραμμική φωνολογία (η)non-linear phonology
μη δασυνόμενος-η-οunaspiratedFromkin et al (2003)
μη δεσμευμένος-η-οunboundFromkin et al (2003)
μη διαβαθμίσιμος-η-οungradable
μη διαβαθμίσιμος-η-οungradableCrystal(1997,2002)
μη διαβαθμισμένα αντώνυμαungraded antonymsCrystal (1997, 2002)
μη διαβαθμισμένα αντώνυμα (τα)ungraded antonyms
μη διαγραμματικές γλώσσεςw-star languagesCrystal (1997, 2002)
μη διαγραμματικές γλώσσες (οι)non-configurational languages
μη διαρκήςnon-continuousCrystal (1997, 2002)
μη διαφοροποιητικά χαρακτηριστικάnondistinctive featuresFromkin et al (2003)
μη εξακολουθητικός-ή-όnon-continuantCrystal (1997, 2002)
μη επαναληπτικός-ή-όnon-iterativeCrystal (1997, 2002)
μη ευνοούμενος-η-οnon-favourite
μη ισοδύναμος-η-οnon-equivalent
μη ισοδύναμος-η-οnon-equivalentCrystal (1997, 2002)
μη καθαρό l (το), υπερωικοποιημένο l (το)dark l
μη καθορισμένη μεταβολήunconditioned sound changeFromkin et al (2003)
μη καθορισμένο στοιχείοcirconstantCrystal (1997, 2002)
μη καλυμμένος-η-οnon-coveredCrystal (1997, 2002)
μη κυβερνώμενος-η-ο, μη κυβερνημένος-η-οungoverned
μη λεκτική επικοινωνίαnon-verbal communicationCrystal (1997, 2002)
μη λεπτομερής (η)broad
μη λεπτομερής μεταγραφήbroad transcriptionCrystal (1997, 2002)
μη λογικοπροτασιακή σημασίαnon-propositional meaningCruse (2006)
μη μεταβατικές σχέσειςnon-transitive relationsCruse (2006)
μη μετριασμένος-η-οplain
μη μητρικές ποικιλίες (η)non-native varieties
μη μουσικοτονικός-ή-όatonal
μη μουσικοτονικός-ή-όatonalCrystal (1997, 2002)
μη ορθός σχηματισμός (ο)ill-formedness
μη ορθώς σχηματισμένος-η-οill formed
μη παραγωγικός-ή-όnon-productive
μη παραγωγικός-ή-όunproductive
μη παραγωγικός-ή-όnon-productive ή unproductiveCrystal (1997, 2002)
μη παρεμφατικός-ή-όnon-finiteCrystal (1997, 2002)
μη περιοριστικές αναφορικέςnon-restrictive ή non-defining relativesCrystal (1997, 2002)
μη πλεονάζων-ουσα-ονnonredundantFromkin et al (2003)
μη πλευρικός φθόγγοςnon-lateral soundCrystal (1997, 2002)
μη πραγματικός-ή-όirrealis
μη προσφυματική μορφολογίαnon-affixal morphologyCrystal (1997, 2002)
μη προτιμώμενοdispreferredYule (1996)
μη πυρηνικός-ή-όnon-core
μη στρογγυλός-ή-ό, μη στρογγυλωμένος-η-οunrounded
μη συναναφορική αναφορικότητα/αναπομπήnon-coreferential anaphoraCruse (2006)
μη συνδεδεμένο χαρακτηριστικόunassociated featureCrystal (1997, 2002)
μη συνθετικές εκφράσειςnon-compositional expressionsCruse (2006)
μη συνοπτικός-ή-όimperfective
μη φυσική σημασίαnon-natural meaningCruse (2006)
μη φωνημικά χαρακτηριστικάnonphonemic featuresFromkin et al (2003)
μη χαρακτηρισμένος όρος της αντίθεσηςunmarked term ( of opposition )Cruse (2006)
μη-περιοριστικός-ή-όnon-defining
μηδέν (το), μηδενικός-ή-όzero
μηδενικά φωνήματαzero phonemesCrystal (1997, 2002)
μηδενικές αναφορικέςzero relativesCrystal (1997, 2002)
μηδενική αναφοράzero anaphoraYule (1996)
μηδενική αναφορικότητα/αναπομπήzero anaphoraCruse (2006)
μηδενική μορφήzero morphCruse (2006)
μηδενική παραθετικήzero quotativeCrystal (1997, 2002)
μηδενικό απαρέμφατοzero infinitiveCrystal (1997, 2002)
μηδενικό άρθροzero articleCrystal (1997, 2002)
μηδενικό μόρφημαzero morphemeCrystal (1997, 2002)
μηδενικό σθένοςzero valencyCrystal (1997, 2002)
μηδενικό συνδετικόzero connectorCrystal (1997, 2002)
μηδενικός-ή-όnull
μηδιαρκής-έςnon-progressiveCrystal(1997,2002)
μήκος (το), μακρότητα (η)length
μήκος πρότασηςsentence lengthCrystal (1997, 2002)
μητρική ομιλία (η)motherese
μητρικός-ή-ό, μητέρα (η)mother
μηχανή του Τιούρινγκ (Τuring) (η)Turing machine
μηχανισμός (o), συσκευή (η)device
μηχανισμός γλωσσικής κατάκτησηςlanguage acquisition device, LADCrystal (1997, 2002)
μηχανισμός ένδειξης της προσλεκτικής δύναμηςillocutionary force indicating deviceYule (1996)
μηχανισμός μετριασμούmitigating deviceYule (1996)
μηχανισμός του ρεύματος αέρα (ο)airstream mechanism
μικρή πρόταση (η), μικρή προτασιακή δομή (η), ακέφαλη πρόταση (η)small clause
μικρό pro (το)little pro
μικρό pro (το)pro
μικρογλωσσολογία (η)microlinguistics
μικρογλωσσολογικός-ή-ό, μικρογλωσσικός-ή-όmicrolinguistic
μικροδομήmicrostructureΞυδόπουλος (2007)
μικροέννοιαmicrosenseCruse (2006)
μίμηση (η)imitation
μιμητικόςmimeticFromkin et al (2003)
μίνι λεξικάmini dictionariesΞυδόπουλος (2007)
μινιμαλιστικό πρόγραμμα (το)minimalist program(me)
ΜΜΕMLU
μονάδα (η), ενότητα (η)unit
μονάδα χρονοργάνωσηςtiming unitCrystal (1997, 2002)
μοναδιαίος-α-οunary
μονο-mono-
μονογένεση (η)monogenesis
μονογενετική θεωρία της καταγωγής της γλώσσαςmonogenetic theory of language originFromkin et al (2003)
μονογενετικός-ή-όmonogenetic
μονόγλωσσα λεξικάmonolingual dictionariesΞυδόπουλος (2007)
μονοκατευθυντικά δίγλωσσα λεξικάmono/unidirectional dictionariesΞυδόπουλος (2007)
μονομοραϊκές συλλαβέςmonomoraic / one-mora syllablesCrystal (1997, 2002)
μονομορφημική λέξηmonomorphemic wordCrystal (1997, 2002)
μονοπαλλόμενος-η-οflap
μονοπαλλόμενος-η-οflapped
μονοπάτι (το)path
μονοπλευρική (άρθρωση) (η)unilateral (articulation)
μονοπλευρικός φθόγγοςunilateral soundCrystal (1997, 2002)
μονός τόνος (ο), τονούμενος-η-ο (άπαξ)single-bar
μονοσημίαmonosemyCrystal (1997, 2002)
μονοσημία (η)monosemy
μονοσημία (η)univocality
μονοσθενής-ής-έςmonovalent
μονοστρωματικός-ή-όmonostratal
μονοσύλλαβος-η-οmonosyllabicCrystal (1997, 2002)
μονοσυστημική φωνολογίαmonosystemic phonologyCrystal (1997, 2002)
μονοφθογγοποίηση (η)monophthongization
μονοφθογγοποιώmonophthongize
μονόφθογγος (ο)monophthong
μονοφώνημαmonophonemeCrystal (1997, 2002)
μόρα (η)mora
μοραϊκός-ή-όmoraic
μοριακή φωνολογία (η), φωνολογία των μορίων (η)particle phonology
μόριο (το)particle
μόρμυρος-η-οmurmur
μόρμυρος-η-ο (1)breathy
μορφή (η)morph
μορφή πορτμαντόportmanteau morphCrystal (1997, 2002)
μορφημ(ατικές παραλλαγέςmorpheme [morphemic] alternantsCrystal (1997, 2002)
μόρφημα (το)morpheme
μορφηματικήmorphemicsCrystal (1997, 2002)
μορφηματική (η)morphemics
μορφηματικός-ή-όmorphemic
μορφημικός εναλλάκτης / μορφημική παραλλαγήmorphemic alternant/variantCrystal (1997, 2002)
μορφική εκπροσώπηση (η)exponence
μορφικός εκπρόσωπος (ο)exponent
μορφολεξικοί κανόνεςmorpholexical rulesΞυδόπουλος (2007)
μορφολογία (η)morphology
μορφολογικές διεργασίες ή λειτουργίεςmorphological processes / operationsCrystal (1997, 2002)
μορφολογική ανάλυσηmorphological analysisCrystal (1997, 2002)
μορφολογικός αναλυτήςmorphological parserFromkin et al (2003)
μορφολογικός-ή-όmorphological
μορφοσυντακτικός-ή-όmorphosyntactic
μορφοσύνταξη (η)morphosyntax
μορφοτακτική διευθέτησηmorphotactic arrangementsCrystal (1997, 2002)
μορφοτακτικοί περιορισμοίmorphotaticsCrystal (1997, 2002)
μορφοτακτικοί περιορισμοί (οι)morphotactics
μορφοφώνημα (το)morphophoneme
μορφοφωνηματικήmorphophonemicsCrystal (1997, 2002)
μορφοφωνηματική (η), μορφοφωνημική (η)morphophonemics
μορφοφωνηματικοί κανόνεςmorphophonemic rulesCrystal (1997, 2002)
μορφοφωνημική ορθογραφίαmorphophonemic orthographyFromkin et al (2003)
μορφοφωνολογίαmorphophonologyCrystal (1997, 2002)
μορφοφωνολογία (η)morpho(pho)nology
μουσικός παρατόνος (o)paratone
μουσικός τόνος (ο)tone
μουσικός τόνος διακύμανσηςcontour toneCrystal (1997, 2002)
μουσικοτόνημαtonemeCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονημικήtonemicsCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονητική ή μουσικοτονολογίαtoneticsCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονικές γλώσσεςtone languagesCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονική γεωμετρίαtonal geometryCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονικό σάντιtone / tonal sandhiCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονικός-ή-όtonal
μουσικοτονικότηταtonalityCrystal (1997, 2002)
μουσικοτονικότητα (η)tonality
μουσικοτονογένεσηtonogenesisCrystal (1997, 2002)
ΜΠMP
Μπλουμφιλντ (του)Bloomfieldian(ism)
μπλουμφιλντιανισμός (ο)Bloomfieldianism
Μπουλ (του)Boolean
νέα πληροφορίαnew informationCruse (2006)
νεογραμματική υπόθεσηneogrammarian hypothesisCrystal (1997, 2002)
νεογραμματικοίneo-grammariansFromkin et al (2003)
νεογραμματικός (ο)neogrammarian
νεολογίαneology/coinageΞυδόπουλος (2007)
νεολογίαcoinageFromkin et al (2003)
νεολογική αφασίαjargon aphasiaFromkin et al (2003)
νεολογισμόςneologism
νέος-α-οnew
νεοφιρθιανός-ή-όneo-Firthian
νευρογλωσσολογίαneurolinguisticsCrystal (1997, 2002)
νευρογλωσσολογία (η)neurolinguistics
νευρογλωσσολογικός-ή-ό, νευρογλωσσικός-ή-όneurolinguistic
νευρολογική γλωσσολογίαneurological linguisticsCrystal (1997, 2002)
νευρωνικό δίκτυοneural networkCrystal(1997,2002)
νευρωνικό δίκτυο (το)neural network
νησίδα (η)island
νησίδα-whwh-islandCrystal (1997, 2002)
νόημαsignFromkin et al (2003)
νοηματικές γλώσσεςsign languagesFromkin et al (2003)
νοηματική γλώσσαsign languageCrystal (1997, 2002)
νοηματική γλώσσαsing languageCrystal (1997, 2002)
νοηματικό σύστημαsing systemCrystal (1997, 2002)
νοησιακός-ή-όideational
νοησιαρχία (η)mentalism
νοησιαρχική γλωσσολογίαmentalistic linguisticsCrystal (1997, 2002)
νοησιαρχικός-ή-όmentalistic
νοητική γλώσσα (η)mentalese
νοητική γραμματικήmental grammarFromkin et al (2003)
νοητικό διάστημαmental spaceCruse (2006)
νοητικό λεξικόmental lexiconCruse (2006)
νοητικό σχήμαschemaYule (1996)
νόμος (ο)law
νόμος του βέρνερverner?s lawFromkin et al (2003)
νόμος του γκριμgrimm?s lawFromkin et al (2003)
νόμος του λάιμπνιτςleibniz?s lawCruse (2006)
νόρμα (η)norm
νοστρατική (γλώσσα)nostraticFromkin et al (2003)
ντάμπλ-γιου-εϊτσ (wh-), ερωτηματικοαναφορικό (το)wh-
ντε ντίκτο (de dicto)de dicto
ντε ρε (de re)de re
ξένη γλώσσαforeign languageCrystal (1997, 2002)
ξένη γλώσσα (η)foreign language
ξύλινη γλώσσαbureaucratese, gobbledygook, officialeseΞυδόπουλος (2007)
ΟN
οδοντικός-ή-όdental
οικογένεια (η), οικογενειακός-ή-όfamily
οικογενειακό δέντροfamily treeCrystal (1997, 2002)
οικονομία (η)economy
οιονεί υπωνυμίαquasi-hyponymyCruse (2006)
οισοφαγικός-ή-όesophageal
οισοφαγικός-ή-όoesophageal
οκνηρή αντωνυμίαlazy pronounCrystal (1997, 2002)
ολιγομερής αριθμόςpaucalCrystal (1997, 2002)
ολιγομερής-ής-έςpaucal
ολική ή πλήρης αφομοίωσηtotal ή complete assimilationCrystal (1997, 2002)
ολιστική θεωρίαholistic theoryCruse (2006)
ολόφραση (η)holophrase
ολόφραση (η)holophrasis
ολοφραστικός-ή-όholophrastic
ομάδα / μονάδα μουσικού τόνουtone group/unitCrystal (1997, 2002)
ομάδα δυναμικού τόνουstress groupCrystal (1997, 2002)
ομάδα μουσικού τόνου/μονάδα μουσικού τόνουtone group/unit
ομαδικό όνομαgroup nounCruse (2006)
ομαδικός-ή-ό, ομάδα (η), ενότητα (η)group
ομαλός-ή-ό, κανονικός-ή-όregular
ομαλότητα (η), κανονικότητα (η)regularity
ομιλία (η), γλωσσικός-ή-όspeech
ομιλία γονέα / τροφού (η)caregiver/caretaker speech
ομιλία γονέα/ τροφούcaregiver speechCrystal (1997, 2002)
ομιλία κατευθυνόμενη προς τα παιδιάchild directed speech (cds)Fromkin et al (2003)
ομιλούμενη γλώσσαspoken languageCrystal (1997, 2002)
ομογραφία (η)homography
ομογραφική σύγκρουσηhomographic clashΞυδόπουλος (2007)
ομογραφική σύγκρουσηhomographic clash/conflictCrystal (1997, 2002)
ομογραφικός-ή-όhomographic
ομόγραφο (το)homograph
ομόνοια (η)concord
ομοπλάγιος-α-οipsilateralFromkin et al (2003)
ομοπροτασιακός-ή-όclause-mate
ομοργανικός-ή-όhomorganic
ομόφαινο (το)homophene
ομοφωνία (η)homophony
ομοφωνική σύγκρουσηhomophonic clash/conflictCrystal (1997, 2002)
ομοφωνικός-ή-όhomophonic
ομόφωνο (το)homophone
ομωνυμία (η)homonymy
ομωνυμικός-ή-όhomonymic
ομώνυμο (το)homonym
όνομα (το), ονοματικός-ή-όnoun
ονομασιοκεντρική ή ονομαστική προσέγγισηonomasiological approachΞυδόπουλος (2007)
ονομασιολογία (η)onomasiology
ονομαστικά λεξικάonomasiological dictionariesΞυδόπουλος (2007)
ονομαστική (η)nominative
ονοματική (η)onomastics
ονοματικό παράγωγο (το)denominal
ονοματικοποίηση (η)nominalization
ονοματικός αντωνυμικός τύποςpro-nominalCrystal (1997, 2002)
ονοματικός-ή-όnominal
ονοματοδοτικόappellativeCrystal (1997, 2002)
ονοματοποιίαonomatopoeiaCruse (2006)
ονοματοποιϊα / ονοματοποιητικάonomatopoeia/onomatopoieicFromkin et al (2003)
οντογένεση (η)ontogenesis
οντογένεση (η)ontogeny
οντογενετικός-ή-όontogenetic
οξύηχος-η-ο, τριζάτoς-η-οcreaky
οξύς ήχος (ο), τρίξιμο (το)creak
οξύς-εία-ύacute
οξύς-εία-ύ, μετριασμένος-η-οsharp
οπισθέλκουσα πίεση (η)suction
οπίσθιος-α-οback
οπισθοχωρητική αφομοίωσηanticipatory assimilationCrystal (1997, 2002)
οπισθοχωρητική συνάρθρωσηanticipatory coarticulationCrystal (1997, 2002)
οπισθώνυμοretronymFromkin et al (2003)
οπτική ηχηρότηταvisual sonorityCrystal (1997, 2002)
ορατός-ή-όvisible
ορατότητα (η)visibility
οργανικός-ή-όinstrumental
οργάνωση (η)engineering
ορθογραφικά λεξικάspelling dictionariesΞυδόπουλος (2007)
ορθογραφική προφοράspelling pronunciationFromkin et al (2003)
ορθός σχηματισμός (ο)wellformedness
ορθός-ή-όcorrect
ορθότητα (η)correctness
ορθώς σχηματισμένος-η-οwell formed
οριακά αποδεκτό εκφώνημαmarginally acceptable utteranceCrystal (1997, 2002)
οριακά φωνήεντα (τα)cardinal vowels
οριακός τόνος (o)boundary tone
οριοθετικός-ή-ο (η)delimitative
όρισμα (το)argument
οριστικά άρθραdefinite articlesCrystal (1997, 2002)
οριστικές περιγραφέςdefinite descriptionsCrystal (1997, 2002)
οριστική (η)indicative
οριστική αναφοράdefinitive referenceCruse (2006)
οριστική περιγραφήdefinitive descriptionCruse (2006)
οριστικός παρελθοντικόςpast definiteCrystal (1997, 2002)
οριστικός παρελθοντικός (ο)past definite
οριστικός-ή-όdefinite
οριστικότητα (η)definiteness
όροι αληθείαςtruth conditionsCruse (2006)
όροι θωπεύματος (οι)endearment, terms of
όροι συγγένειας (οι)kinship terms
όροι των φυσικών ειδών (οι)natural kind terms
όρος προσφώνησης (o), τύπος προσφώνησης (ο)term of address
ουδετεροποίησηneutralisationCruse (2006)
ουδετεροποίηση (η)neutralization
ουδετεροποιήσιμη αντίθεσηneutralizable oppositionCrystal (1997, 2002)
ουδετεροποιήσιμη αντίθεση (η)neutralizable opposition
ουδετεροποιήσιμος-η-οneutralizable
ουδετεροποιώneutralize
ουδέτερος-η-οneutral
ουδέτερος-η-ο, βασικός-ή-ό, τυπικός-ή-όdefault
ουράtailCrystal (1997, 2002)
ουρά (η)tail
ουρανικοποίηση (η), ουράνωση (η)palatalization
ουρανικός-ή-όpalatal
ουρανικός-ή-όpalatal(ization)
ουρανισκόγραμμα (το), παλατογράφημα (το)palatogram
ουρανισκογράφημαpalatogramCrystal (1997, 2002)
ουρανισκογραφίαpalatographyCrystal (1997, 2002)
ουρανισκογραφία (η), παλατογραφία (η)palatography
ουρανίσκος (ο)palate
ουρανίσκος (σκληρός) (ο)hard palate
ουρανοφατνιακός-ή-όpalato-alveolar
ουρανοφατνιακός-ή-όpost-alveolar
ουσιαστικές καθολικές αρχέςsubstantive universalsCrystal (1997, 2002)
ουσιαστικές καθολικές αρχέςsubstantive / substantival universalsCrystal (1997, 2002)
ουσιαστικός-ή-όsubstantival
ουσιαστικός-ή-όsubstantive
ουσιώδης συνθήκηessential conditionYule (1996)
ΟΦ-whwh-NPCrystal (1997, 2002)
παγιωμένη έκφραση (η)set expression
παγιωμένη μεταφοράfrozen metaphorCruse (2006)
παθητικά δίγλωσσα λεξικάpassive dictionariesΞυδόπουλος (2007)
παθητική (δομή) δράστηagentive passiveCrystal (1997, 2002)
παθητικό λεξιλόγιοactive vocabularyΞυδόπουλος (2007)
παθητικό λεξιλόγιο (το)passive vocabulary
παθητικοποίηση (η)passivization
παθητικοποιώpassivize
παθητικός-ή-όpassive
παθολογία της ομιλίαςspeech pathologyCrystal (1997, 2002)
παιδαγωγικά λεξικάpedagogical dictionariesΞυδόπουλος (2007)
παιδαγωγική γλωσσολογίαeducational linguisticsCrystal (1997, 2002)
παιδαγωγική γλωσσολογία (η)pedagogical linguistics
παιδαγωγική γλωσσολογία (η), εκπαιδευτική γλωσσολογία (η)educational linguistics
παιδικά λεξικάchildren?s dictionariesΞυδόπουλος (2007)
παλλόμενο ακαριαίο (το)tap
παλλόμενος-η-οroll
παλλόμενος-η-οrolled
παλλόμενος-η-οtrill
παλλόμενος-η-οtrilled
πανδιαλεκτικός-ή-όpandialectal
πανλεκτικός-ή-όpanlectal
παραβίαση των συνομιλιακών αξιωμάτωνflouting the conversational maximsCruse (2006)
παραγλώσσα (η)paralanguage
παραγλωσσικός-ή-όparalinguistic
παραγόμενο περιβάλλονderived environmentCrystal (1997, 2002)
παραγόμενο περιβάλλον (το)derived environment
παραγραμματισμόςParagrammatismCrystal (1997, 2002)
παραγραμματισμός (ο)paragrammatism
παράγω, παράγομαιderive
παραγωγή (η)derivation
παραγωγή (η)production
παραγωγή (λεξικού)productionΞυδόπουλος (2007)
παράγωγη δομήderived structureFromkin et al (2003)
παράγωγη δομήderived structureCrystal (1997, 2002)
παράγωγη λέξηderived wordFromkin et al (2003)
παραγωγή ομιλίαςspeech productionCrystal (1997, 2002)
παραγωγή ομιλίαςspeech productionCrystal (1997, 2002)
παραγωγική μορφολογίαderivational morphologyCrystal (1997, 2002)
παραγωγική μορφολογίαderivatologyCrystal (1997, 2002)
παραγωγικό πρόσφυμαderivational affixCrystal (1997, 2002)
παραγωγικό/ανακλητικό λεξιλόγιοproductive/recall vocabularyΞυδόπουλος (2007)
παραγωγικός-ή-όderivational
παραγωγικός-ή-όproductive
παραγωγικός-ή-όproductiveCrystal (1997, 2002)
παραγωγικότητα (η)productivity
παράγωγος-η-ο, παράγωγο (το)derived
παραδεδομένη προφορά (η), πρότυπη προφορά (η), δόκιμη προφορά (η), καθιερωμένη προφορά (η)received pronunciation
παράδειγμα (το)paradigm
παραδειγματικές εννοιακές σχέσειςparadigmatic sense relationsCruse (2006)
παραδειγματική απόκριση / συνειρμόςparadigmatic response / associationCrystal (1997, 2002)
παραδειγματικός-ή-όparadigmatic
παράδοξο (το)paradox
παράδοξο της διάταξης των κανόνων (το)rule-ordering paradox
παράδοξο της περίκλεισης σε αγκύλες (το)bracketing paradox
παραδοσιακή γραμματικήtraditional grammarCrystal (1997, 2002)
παραδοσιακή γραμματικήtraditional grammarCrystal (1997, 2002)
παραδοσιακός-ή-όtraditional
παραδρομή εμμονής (η)perseveration
παραδρομή ομιλίας (η)slip of the tongue
παραδρομή ομιλίας (η)tongue-slip (slip of the tongue)
παράθεση (η)apposition
παραθετική αναφορικήappositive relativeCrystal (1997, 2002)
παραθετικός-ή-όappositional
παραθετικός-ή-όquotative
παρακελευσματικός-ή-όhortative
παράλειψη επιπέδου (η)level-skipping
παραλλαγή (η)variant
παράλληλη επεξεργασίαparallel processingFromkin et al (2003)
παράλληλη κατανεμημένη επεξεργασίαparallel distributing processingCrystal(1997,2002)
παράλληλη κατανεμημένη επεξεργασία (η)parallel distributed processing
παραμετρική φωνητική (η)parametric phonetics
παραμετρικός-ή-όparametric
παράμετρος (η)parameter
παράμετρος χαρακτηριστικού του ακραίου μέρουςedge- marking parameterCrystal (1997, 2002)
παραπεμπτική αναφοράanaphorYule (1996)
παράρτημα (το)appendix
παρασιτικά φωνήενταparasite vowelsCrystal (1997, 2002)
παρασιτικό κενό (το)parasitic gap
παρασιτικό φωνήεν (το)parasite vowel
παρατακτικές προτάσειςco-ordinate clausesCrystal (1997, 2002)
παρατακτική σύνδεση του κοινού συστατικούshared constituent co-ordinationCrystal (1997, 2002)
παρατακτική σύνδεση του κοινού συστατικού (η)shared constituent co-ordination
παρατακτικός-ή-όco-ordinate
παρατακτικός-ή-όco-ordinating
παρατακτικός-ή-όco-ordinative
παρατακτικός-ή-όparatactic
παράταξη (η)parataxis
παράταξη (η), σύνδεση κατά παράταξη (η), παρατακτική σύνδεση (η)co-ordination
παρατατικός χρόνος (ο)imperfect tense
παρατηρητική επάρκειαobservational adequacyCrystal (1997, 2002)
παρατηρητική επάρκεια (η)observational adequacy
παράφραση (η)paraphrase
παραχωρητικός-ή-ό, ενδοτικός-ή-όconcessive
παρείσδυση (η)intrusion
παρελθοντικός χρόνος (ο)past tense
παρεμβαλλόμενη αλληλουχίαinsertion sequenceYule (1996)
παρεμβολή (η)interference
παρεμφατικός-ή-όfinite
παρενθέσεις (οι)round brackets
παρένθεσηbracketCrystal (1997, 2002)
παρετυμολογίαfolk etymologyCrystal (1997, 2002)
παρόλ (parole) (η), ομιλία (η)parole
παροντικός-ή-όhodiernal
παρωνυμία (η)paronymy
παρώνυμο (το)paronym
πάσχων (ο)patient
πατρική ομιλίαfathereseCrystal (1997, 2002)
πατρική ομιλία (η)fatherese
παύση (η)pause
ΠΒΓATR
πεδιακή αντιγραφήplane copyingCrystal (1997, 2002)
πεδιακή συγχώνευσηplanar / plane conflationCrystal (1997, 2002)
πεδιακός διαχωρισμόςplanar segregationCrystal (1997, 2002)
πεδιακός-ή-όplanar
πεδίο (το)domain
πεδίο (το)field
πεδίο (το)plane
πεδίο (το), εμβέλεια (η)scope
πεδίο αναφοράςrange of referenceYule (1996)
πεδίο λόγουfield of discourseCrystal (1997, 2002)
πεδίο-πηγήsource domainΞυδόπουλος (2007)
πεδίο-στόχοςtarget domainΞυδόπουλος (2007)
πειραματική φωνητική (η)experimental phonetics
πεπερασμένα αυτόματαfinite automataCrystal (1997, 2002)
πεπιεσμένες πτυχές (οι), πεπιεσμένες χορδές (οι)adducted
πεπλατυσμένες πτυχές (οι), πεπλατυσμένες χορδές (οι)abducted
πεπληρωμένη παύσηfilled pauseCrystal (1997, 2002)
πεπληρωμένη παύση (η)filled pause
περιβάλλον (το)environment
περιβαλλοντικά ελεύθερη γραμματικήcontext-free grammarCrystal (1997, 2002)
περιβαλλοντικά ελεύθερος-η-οcontext-freeCrystal (1997, 2002)
περιβαλλοντικά ευαίσθητη γραμματικήcontext-sensitive grammarCrystal (1997, 2002)
περιβαλλοντικά ευαίσθητος-η-οcontext-sensitiveCrystal (1997, 2002)
περιβαλλοντικά χαρακτηριστικάcontextual featuresCrystal (1997, 2002)
περιβαλλοντικές παραλλαγέςcontextual variantsCrystal (1997, 2002)
περιβαλλοντική ανάλυσηcontextual analysisCrystal (1997, 2002)
περίγραμμα (το), περίγυρος (ο), περιγραμματικός-ή-όcontour
περιγραφή (η)description
περιγραφική γλωσσολογίαdescriptive linguisticsCrystal (1997, 2002)
περιγραφική γλωσσολογίαdescriptive linguisticsCrystal (1997, 2002)
περιγραφική γραμματικήdescriptive grammarCrystal (1997, 2002)
περιγραφική γραμματικήdescriptive grammarCrystal (1997, 2002)
περιγραφική επάρκειαdescriptive adequacyCrystal (1997, 2002)
περιγραφική επάρκειαdescriptive adequacyCrystal (1997, 2002)
περιγραφικός-ή-όdescriptive
περιγραφισμόςdescriptivismCrystal (1997, 2002)
περιγραφισμός (ο)descriptivism
περιγραφιστέςdescriptivistsCrystal (1997, 2002)
περιγραφιστής (ο)descriptivist
περιεκτικά λεξικάcomprehensive dictionariesΞυδόπουλος (2007)
περιεσταλμένος-η-ο, ανακεκλημένος-η-οretracted
περιεχόμενο (το)content
περιεχόμενο (το)contentive
περίθημα (το)circumfix
περιθώρια (τα)margins
περιθωριακή γλώσσαslangΞυδόπουλος (2007)
περιθωριακό βοηθητικό ρήμα (το)marginal auxiliary
περιθωριακό λεξιλόγιοslang vocabularyΞυδόπουλος (2007)
περικειμενικός-ή-ό, περιβαλλοντικός-ή-όcontextual
περικείμενο (το), περιβάλλον (το), συγκείμενο (το), συγκειμενικό περιβάλλον (το), συμφραζόμενα (τα)context
περικείμενο της περίστασηςcontext of situationCrystal (1997, 2002)
περικείμενο του εκφωνήματοςcontext of utteranceCrystal (1997, 2002)
περικειμενοποίησηcontextualizationCrystal (1997, 2002)
περικειμενοποίηση (η), ένταξη σε περιβάλλονcontextualization
περικεκομμένος τύπος (ο)clipped form
περίκλειση σε αγκύλες (η)bracketing
περίκλειση σε επιγεγραμμένες αγκύλεςlabelled bracketingCrystal (1997, 2002)
περικοπή (η)truncation
περικόπτωtruncate
περικυκλώνωcircumscribe
περικύκλωση (η)circumscription
περιληπτικός πληθυντικόςcollective pluralCruse (2006)
περιληπτικός-ή-ό, συλλογικός-ή-όcollective
περιοδικός-ή-όperiodic
περιοδικότητα (η)periodicity
περίοδος (η)period
περιορίζωconstrain
περιορισμένα λεξικάlimited/restricted dictionariesΞυδόπουλος (2007)
περιορισμένη γλώσσαrestricted languageCrystal (1997, 2002)
περιορισμένος κώδικαςrestricted codeCrystal (1997, 2002)
περιορισμένος-η-οrestricted
περιορισμόs της παρατακτικής δομήςco-ordinate structure constraintCrystal (1997, 2002)
περιορισμοί εξόδουcoda constraintsCrystal (1997, 2002)
περιορισμός (ο)constraint
περιορισμός (ο)/φίλτρο (το)/φαινόμενο (το) του ίχνους thatthat-trace constraint/filter/phenomenon
περιορισμός ταυτότηταςidentity constraintCruse (2006)
περιορισμός της εξοχότητας του ακραίου μέρουςphrase edge prominenceCrystal (1997, 2002)
περιορισμός της μη διασταύρωσης (o)no-crossing constraint
περιορισμός της νησίδας-whwh-island constraintCrystal (1997, 2002)
περιορισμός της παρατακτικής δομήςcoordinate structure constraintFromkin et al (2003)
Περιορισμός της Παρεμφατικής Πρότασηςtensed-sentence S conditionCrystal (1997, 2002)
περιορισμός του αποκλεισμούblocking constraintΞυδόπουλος (2007)
περιορισμός/ συνθήκη αριστερής διακλάδωσηςleft branch constraint / conditionCrystal (1997, 2002)
περιοριστικές αναφορικέςrestrictive ή defining relativesCrystal (1997, 2002)
περιοριστική τροποποίησηrestrictive modificationCrystal (1997, 2002)
περιοριστικός-ή-όdefining
περιοριστικός-ή-όrestrictive
περιοχές υπολειμμάτωνrelic areasCrystal (1997, 2002)
περιοχή (η)area
περιοχή (η)domain
περιοχή γουέρνικεwernicke?s areaFromkin et al (2003)
περιοχή επαλήθευσηςchecking domainCrystal (1997, 2002)
περιοχή εστίασηςfocal areaCrystal (1997, 2002)
περιοχή εστίασης (η)focal area
περιοχή μετάβασης (η)transitional area
περιοχή μπρόκαbroca?s areaFromkin et al (2003)
περιοχή υπολειμμάτων (η)relic area
περιπλάνηση (η)flotation
περιπλανώμενος-η-ο, μετακινούμενος-η-οfloating
περίσταση (η)situation
περιστασιακή σημασίαcontextual meaningCrystal (1997, 2002)
περιστασιακό περικείμενοsituational contextCrystal (1997, 2002)
περιστασιακός-ή-όsituational
περιστέλλω, ανακαλώretract
περιφέρεια (η)periphery
περιφερειακός-ή-όperipheral
περίφραση (circumlocution, periphrasis)circumlocution, periphrasisΞυδόπουλος (2007)
περίφραση (η)periphrasis
περιφραστικός-ή-όperiphrastic
πετρογλυφικόpetroglyphFromkin et al (2003)
πηγή (η)source
πίεση (η)pressure
πιθανή λέξηpossible wordΞυδόπουλος (2007)
πιθανή λέξηpossible wordFromkin et al (2003)
πιθανή παύση (η)potential pause
πίτζιν (pidgin) (η)pidgin
πιτζινοποιώpidginize
πλάγια γλωσσική πράξηindirect speech actYule (1996)
πλάγια γραμμή (η)slash
πλάγια ερώτησηindirect questionCrystal (1997, 2002)
πλάγιος-α-οoblique
πλαίσιοframeYule (1996)
πλαίσιο (το)frame
πλαίσιο πτώσηςcase frameCrystal (1997, 2002)
πλαίσιο υποκατάστασηςsubstitution frameCrystal (1997, 2002)
πλαίσιο υποκατηγοριοποίησηςsub-categorization frameCrystal (1997, 2002)
πλέγμα (το)grid
πλεονάζων-ουσα-ονredundant
πλεονασμόςpleonasmCrystal (1997, 2002)
πλεονασμός (ο)redundancy
πλεοναστική αντωνυμία (η)pleonastic pronoun
πλεοναστικοί κανόνεςredundancy rulesΞυδόπουλος (2007)
πλεοναστικός κανόναςpleonastic ruleCrystal (1997, 2002)
πλεοναστικός-ή-όexpletive
πλευράfacetCruse (2006)
πλευρικά (επίρ.)laterally
πλευρικά εξειδικευμένος-η-οlateralizedFromkin et al (2003)
πλευρική εξειδίκευσηlateralizationFromkin et al (2003)
πλευρικός-ή-όlateral
πληθυντικός αριθμόςpluralCrystal (1997, 2002)
πλήρες κλείσιμο (το)occlusion
πλήρη λεξικάunabridged dictionariesΞυδόπουλος (2007)
πλήρημα (το)plereme
πληρημικός-ή-όpleremic
πλήρης ανατροφοδότησηcomplete feedbackCrystal (1997, 2002)
πλήρης ανατροφοδότηση (η)complete feedback
πλήρης εξηγησιμότητα (η)total accountability
πλήρης-ης-εςfull
πλήρης-ης-ες σημασίαςmeaningful
πληροφορητής (ο)informant
πληροφορία (η)information
πλήρως κλειστός-ή-όocclusive
πλήρωση χαρακτηριστικώνfeature-fillingCrystal(1997,2002)
πλησιωνυμίαnear-synonymyCruse (2006)
πλησιωνυμίαplesionymyCruse (2006)
πνευμονικός-ή-όpulmonic
πνευμονοταχογράφος (o)pneumotachograph
πόδας (ο)foot
πόδας δυναμικού τόνουstress footCrystal (1997, 2002)
ποιητική (η)poetics
ποικιλία (η)variation
ποιό ενεργείας (το), όψη (η)aspect(ual, -izer)
ποιότητα (η)quality
ποιότητα φωνής (η)voice quality/set
ποιοτικός-ή-όqualitative
πολικά αντώνυμαpolar antonymsCruse (2006)
πολικότητα (η)polarity
πολιτισμικά νοητικά σχήματαcultural schemataYule (1996)
πολιτισμική μετάδοση (η)cultural transmission
πολλαπλές διεργασίες"multiple processes"Ξυδόπουλος (2007)
πολλαπλή σύνδεσηmultiple associationCrystal (1997, 2002)
πολλαπλώς αμφίσημος-η-οmultiply ambiguousCrystal (1997, 2002)
πολύ-poly-
πολυγένεσηpolygenesisCrystal (1997, 2002)
πολυγένεση (η)polygenesis
πολύγλωσσα λεξικάmultilingual dictionariesΞυδόπουλος (2007)
πολυγλωσσία (η)multilingualism
πολύγλωσσος-η-οmultilingual
πολυδιάστατη κλιμάκωση (η)multidimensional scaling
πολυλειτουργικός-ή-ό μόρφημαpolyfunctionalΞυδόπουλος (2007)
πολυλεκτικός-ή-όpolylectal
πολυμορφηματική λέξηpolymorphemic wordΞυδόπουλος (2007)
πολυμορφημική λέξηpolymorphemic wordCrystal (1997, 2002)
πολύπλευρη αντίθεσηmultilateral oppositionCrystal (1997, 2002)
πολύπλευρη αντίθεση (η)multilateral opposition
πολυπλευρικός-ή-όmultilateral
πολυσημία (η)polysemia
πολυσημία (η)polysemy
πολυσημικός-ή-όpolysemic
πολύσημος-η-οpolysemοus
πολυσυλλαβικός-ή-όpolysyllabic
πολυσύλλαβος-η-οpolysyllable
πολυσυνθετική (γλώσσα)polysyntheticΞυδόπουλος (2007)
πολυσυνθετικός-ή-όpolysynthetic
πολυσυστημικός-ή-όpolysystemic
πολυσυστημισμός (ο)polysystemicism
πολυτεμαχιακός-ή-όplurisegmental
Πόρ Ρουαγιάλ (Port Royal)Port Royal
πορμαντό (portmanteau) (στοιχείο) (το)portmanteau
ΠοσοδQ
ποσοδείκτης (ο)quantifier
ποσοδεικτική ένδειξη (η), ποσοδεικτικός προσδιορισμός (ο)quantification
ποσότητα (η)quantity
ποσοτική γλωσσολογίαquantitative linguisticsCrystal (1997, 2002)
ποσοτική γλωσσολογία (η)quantitative linguistics
ποσοτική ευαισθησία (η)quantity sensitivity
ποσοτικός-ή-όquantitative
ΠΠ, ΔΠ, ΚΠRP
πραγματικός-ή-όrealis
πραγματιστική γραμματική (η)realistic grammar
πραγματολογία (η)pragmatics
πραγματολογία της διαγλώσσαςinterlanguage pragmaticsYule (1996)
πραγματολογική γλωσσολογία (η)pragmalinguistics
πραγματολογική ικανότηταpragmatic competenceCrystal (1997, 2002)
πραγματολογική σύνδεσηpragmatic connectionYule (1996)
πραγματολογικός «τόνος»pragmatic accentYule (1996)
πραγματωμένηrealized neologyΞυδόπουλος (2007)
πραγματώνω, πραγματώνομαιrealize
πραγμάτωση (η)realization
πραγματωσιακός-ή-όrealizational
πράξη απειλητική για το πρόσωποface threatening actYule (1996)
πράξη προστασίας του προσώπουface saving actYule (1996)
προ ντροπ (pro-drop), απόρριψη του pro (η), παράλειψη του εμφανούς υποκειμένου (η)pro-drop
προ-pre-
προ-κεφαλήpre-headCrystal (1997, 2002)
προ-σύνδεσμος (o)conjunct
προαιρετικός-ή-όoptional
προαπαιτούμενα (τα)prerequisites
προβάλλωproject
προβεβλημένη δείξηprojected deixisCruse (2006)
προβιβασμός (ο)advancement
προβλέψιμο χαρακτηριστικόpredictable featureFromkin et al (2003)
πρόβλημα προβολήςprojection problemYule (1996)
προβολή (η)projection
προγενέστερος παρελθοντικός (ο)past anterior
προγλωσσικός-ή-ό, προγλωσσολογικός-ή-όprelinguistic
προγλωσσολογία (η)prelinguistics
προγραμματισμός της κοινωνικής θέσης (ο)status planning
προδεδομένη σημασίαdefault meaningCruse (2006)
προδρομική παραδρομή (η)anticipation
προηγείσθαι (το), προτεραιότητα (η)precedence
προηγούμαι (η)precede
Προθpr, prep
πρόθεση (η)preposition
πρόθεση (η)prothesis
πρόθεση-whwh-preposingCrystal (1997, 2002)
προθετικός-ή-όconative
προθετικός-ή-όprepositional
προθετικός-ή-όprothetic
προθέτωprepose
πρόθημα (το)prefix
προθηματικός-ή-ό, προθηματοποίηση (η)prefixing
προθηματοποίηση (η)prefixation
προϊοντικό όνομαbrand nameΞυδόπουλος (2007)
προκαταρτική ανακοίνωσηpre-announcementYule (1996)
προκαταρτική πρόσκλησηpre-invitationYule (1996)
προκαταρτικό αίτημαpre-requestYule (1996)
προκατασκευασμένη γλώσσα (η)prefabricated language
προκλιτικός-ή-όproclitic
προλεξικός-ή-όpre-lexical
προληπτικό it (το)preparatory it
προληπτικός-ή-ό, οπισθοχωρητικός-ή-όanticipatory
προμήθεια (η)stock
προνόμιο εμφάνισης (το)privilege of occurrence
προοδευτική ή προκαταβολική αφομοίωσηprogressive assimilationCrystal (1997, 2002)
προοδευτικός-ή-ό, διαρκής-ής-ές, προκαταβολικός-ή-όprogressive
προπαρασκευαστικές συνθήκες (οι)preparatory conditions
προπαροντικόςprehodiernalCrystal (1997, 2002)
προπαροντικός-ή-όprehodiernal
προπροσδιοριστής (ο)predeterminer
προράχη της γλώσσας (η)lamina
προραχιαιο-lamino-
προραχιαίος-α-οlaminal
προραχιαίος-α-οlaminar
προσαγόρευση (η), προσφώνηση (η)address
προσανατολισμόςorientationCruse (2006)
προσάπτουσα (η)ascriptive
προσαρμογή (η)accomodation
προσαρμόζωaccommodate
προσαρμοσμένος-η-ο/προσαρμογή (η), εξαρτημένος-η-ο/εξάρτηση (η)conditioned/conditioning
προσάρτημα (το)adjunct
προσάρτημα λόγου (το)discourse attachement
προσαρτηματικός-ή-όadjunctival
προσάρτηση (η)adjunction
προσάρτηση αδέσποτης συλλαβήςstray syllable adjunctionCrystal (1997, 2002)
προσάρτηση ετικέταςtaggingCrystal (1997, 2002)
προσάρτηση κατά Τσόμσκι (Chomsky) (η)Chomsky adjunction
προσάρτηση σε αδελφικό κόμβο (η)sister-adjunction
προσάρτηση σε θυγατρικό κόμβο (η)daughter adjunction
προσαρτώadjoin
προσαρτώ κατά ChomskyChomsky-adjoin
προσαρτώ σε αδελφικό κόμβοsister-adjoin
προσβασιμότητα (η)accessibility
προσβλητικό λεξιλόγιοinvective/abuse vocabularyΞυδόπουλος (2007)
Προσδdet, DET, D
πρόσδεση (η)docking
προσδιορίζωqualify
προσδιορισμός (ο)qualification
προσδιορισμός (ο)qualifier
προσδιοριστής (ο)determiner
προσδιοριστική χρήσηattributive useYule (1996)
ΠροσδΦDP
προσεγγιστικός-ή-όapproximant
προσθετική δι(πλο)γλωσσία (η)additive bilingualism
προσθήκη ενδείκτη (η)indexing
προσθήκη συνενδείκτη (η), συνένδειξη (η)co-indexing
πρόσθιος-α-οanterior
πρόσθιος-α-ο, προράχη (η), προτάσσωfront
προσθιωμένος-η-ο, προσθιοποιημένος-η-οfronted
προσθίωση (η), προσθιοποίηση (η)fronting
προσιώπησηprosiopesisCrystal (1997, 2002)
προσκήνιο (το)foreground
προσκήνιο (το)foregrounding
προσλεκτικός-ή-όillocutionary
προσπέραση (η), διασταύρωση (η)cross-over
προσποίηση (η)prevarication
προσταγή (η), επιβολή (η)command
προστακτική (η)imperative
προστριβόμενος-η-οaffricate
προστριμμένος-η-ο,affricated
πρόστριψη (η)affrication
πρόσφυμα (το), παράθημα (το)affix
προσφυματοποίηση (η), παραθηματοποίηση (η)affixation
προσφυματοποίηση (η), προσφυματικός-ή-ό, παραθηματικός-ή-όaffixing
προσώδημα (το)prosodeme
προσωδία (η)prosody
προσωδιακή εξουσιοδότησηprosodic licensingCrystal (1997, 2002)
προσωδιακή λέξη (η)mot (M)
προσωδιακή μορφολογίαprosodic morphologyCrystal (1997, 2002)
προσωδιακή φωνολογία (η)prosodic phonology
προσωδιακό χαρακτηριστικό (το)prosodic feature
προσωδιακός-ή-όprosodic
προσωπικές αντωνυμίεςpersonal pronounsCrystal (1997, 2002)
προσωπική δείξηperson deixisCruse (2006)
προσωπική δείξηperson deixisYule (1996)
προσωπικός-ή-όpersonal
πρόσωπο (το)face
πρόσωπο (το)person
προσωποποίησηpersonificationCruse (2006)
πρόταξη (η)fronting
πρόταξη-whwh-frontingCrystal (1997, 2002)
προτάσεις ελέγχουcontrol sentencesCrystal (1997, 2002)
πρόταση (η)sentence
πρόταση (η), υποπρόταση (η)clause
πρόταση επαφήςcontact clauseCrystal (1997, 2002)
πρόταση μήτρα ή κύρια πρότασηmatrix sentenceCrystal (1997, 2002)
πρόταση ντάνκι (donkey) (η), ονική πρόταση (η)donkey sentence
πρόταση ότι (η), ειδική πρόταση (η)that-clause
πρόταση-θέμαtopic sentenceCrystal (1997, 2002)
προτασιακά υπονοήματαclausal implicaturesCruse (2006)
προτασιακή αναφορική δομή (η)sentential relative clause
προτασιακό τείχος (το)clause-wall
προτασιακός δυναμικός τόνοςsentence stressCrystal (1997, 2002)
προτασιακός τόνος (ο)sentence accent
προτασιακός-ή-ό, υποπροτασιακός-ή-όclausal
προτερόθετος κανόναςdefault ruleCrystal (1997, 2002)
προτερόθετος χαρακτηρισμόςdefault specificationCrystal (1997, 2002)
προτίμηση / δομή προτίμησηςpreference/preference structureYule (1996)
προτιμώμενη δομή ορίσματοςpreferred argument structureCrystal (1997, 2002)
προτιμώμενοpreferredYule (1996)
προτροποποίηση (η)premodification
προτροποποιητής (ο)premodifier
προτροποποιώpremodify
πρότυπο (το), μοντέλο (το)model
πρότυπο πηγής-φίλτρουsource-filter modelCrystal (1997, 2002)
πρότυπο/θεωρία των Απόψεων (το), πρότυπο/θεωρία των Όψεων (το)Aspects model/theory
προϋπόθεση (η)presupposition
προϋποθέτωpresuppose
προφανήςpatentΞυδόπουλος (2007)
προχαρακτηρίζωprespecify
προχαρακτηρισμός (ο)prespecification
προωθημένη βάση της γλώσσας (η)advanced tongue root
πρωταρχικά μέρη (τα)principal parts
πρωταρχική αναφοράantecedentYule (1996)
πρωτεύοντα σημασιακά χαρακτηριστικάcapital traitsΞυδόπουλος (2007)
πρωτεύουσα άρθρωσηprimary articulationCrystal (1997, 2002)
πρωτεύουσα άρθρωση (η)primary articulation
πρωτεύων εξουσιοδότηςprimary licensersCrystal (1997, 2002)
πρώτη γλώσσαfirst languageCrystal (1997, 2002)
πρώτη γλώσσα (η)first language
πρώτο σκέλοςfirst partYule (1996)
πρωτο-proto-
πρωτο-γερμανικός-ή-όproto-germanicFromkin et al (2003)
πρωτο-ινδοευρωπαϊκός-ή-όproto-indo-european (pie)Fromkin et al (2003)
πρωτογενές επιτελεστικόprimary performativeYule (1996)
πρωτογλώσσαprotolanguageFromkin et al (2003)
πρωτολέξη (η)vocable
πρωτοτυπική θεωρίαprototype theoryCruse (2006)
πρωτότυπος (ο)prototype
πτώση (η)case
πτωτικές καταλήξειςcase endingsFromkin et al (2003)
πυρήνας (ο)nucleus
πυρήνας (ο), πυρηνικός-ή-όcore
πυρήνας (ο), πυρηνικός-ή-όkernel
πυρηνικός-ή-όnuclear
ΡV
ράχη (η), οπίσθιο μέρος της γλώσσας (το)dorsum
ραχιαίος-α-οdorsal
ρεπερτόριο (το)repertoire (repertory)
ρήμα (το), ρηματικός-ή-όverb
ρηματικό μόριοverbal particleFromkin et al (2003)
ρηματικό παράγωγο (το)deverbal
ρηματικός αντωνυμικός τύποςpro-verbCrystal (1997, 2002)
ρηματικός-ή-όverbal
ρηματονοματικό συνεχές (το)squish
ρητό επιτελεστικόexplicit performativeYule (1996)
ρητορική ερώτηση (η)rhetorical question
ρητορικός-ή-όrhetoric
ρητορικός-ή-όrhetorical
ρητός-ή-όexplicit
ρητότητα (η)explicitness
ρήτωρ (ο)rhetorian
ρίζαradixCrystal (1997, 2002)
ρίζα (η)radix
ρίζα (η), ριζικός-ή-όroot
ρίζα και σχήμα (το)root-and-pattern
ριζικές αρθρώσειςradical articulationsCrystal (1997, 2002)
ριζικός γλωσσικός θάνατοςradical language deathFromkin et al (2003)
ριζικός σχηματισμόςroot creationΞυδόπουλος (2007)
ριζικός-ή-όradical
ρίμα (η)rhyme
ρίμα (η)rime
ρινικοποιημένος-η-ο, ερρινοποιημένος-η-οnasalised
ρινικοποίηση (η), ερρινοποίηση (η)nasalisation
ρινικός-ή-ό, έρρινος-η-οnasal
ρινικότητα (η), ερρινότητα (η)nasality
ριπή (η)burst
ρόλος (ο)role
ρόλος του συμμετέχοντος (ο)participant role
ρουτίνα ευφημισμούeuphemism treadmillΞυδόπουλος (2007)
ρυθμίζωmodulate
ρυθμικός κανόναςrhythm ruleCrystal (1997, 2002)
ρυθμικός κανόνας (ο)rhythm rule
ρύθμιση (η)modulation
ρύθμιση (η)setting
ρύθμιση παραμέτρωνparameter settingCrystal (1997, 2002)
ρύθμιση της γνάθου (η)jaw setting
ρύθμιση φώνησηςphonatory settingCrystal (1997, 2002)
ρυθμιστικισμός (ο) ρυθμιστικιστικός-ή-όprescriptivism, prescriptivist
ρυθμιστικός-ή-όprescriptive
ρυθμός (ο)rhythm
ρωτικός-ή-όrhotic
ΣΑΚSCC
σάντι (sandhi)sandhi
σαρδάμspoonerismFromkin et al (2003)
σαρώνωscan
σάρωση (η)scansion
ΣΔComp, COMP, C
ΣΔIA
ΣΔIP
σειρά (η)series
σειρά (η), διάταξη (η)order
σειρά των όρων (η), διάταξη των όρων (η)word order
σειριακή σχέση (η)serial relationship
σειριακό ρήμα (το)serial verb
σενάριοscriptYule (1996)
σήμα (το)seme
σημαινόμενο (το)signifi?
σημαίνον (το)signifiant
σημαίνωsignify
σημαντικός-ή-όsignificant
σημαντικός-ή-όsignificant
σημασία (η)meaning
σημασία (η)signification
σημασιακά αξιώματαmeaning postulatesΞυδόπουλος (2007)
σημασιακά συστατικά (σε)componential
σημασιακές ιδιότητεςsemantic propertiesFromkin et al (2003)
σημασιακή αδιαφάνειαsemantic opacityCruse (2006)
σημασιακή αλλαγήsemantic changeCruse (2006)
σημασιακή κεφαλήsemantic headCruse (2006)
σημασιακή πληρότηταmeaningfulnessCruse (2006)
σημασιακό δίκτυοsemantic networkFromkin et al (2003)
σημασιακό πεδίοsemantic fieldCruse (2006)
σημασιακό συστατικό (το), τομέας (ο)component
σημασιακός τομέαςsemantic componentCruse (2006)
σημασιακότητα (η)semanticity
σημασιοκεντρική προσέγγισηsemasiological approachΞυδόπουλος (2007)
σημασιολογία (η)semantics
σημασιολογία ενημέρωσηςupdate semanticsCrystal (1997, 2002)
σημασιολογία ενημέρωσης (η)update semantics
σημασιολογία της θεωρίας του μοντέλου (η)model-theoretic semantics
σημασιολογία της περίστασης (η)situation semantics
σημασιολογία του μόνταγκιουmontague semanticsCruse (2006)
σημασιολογία του Ντέιβιντσον (Davidson) (η)Davidsonian semantics
σημασιολογία των δυνατών κόσμων (η)possible worlds semantics
σημασιολογία των συνθηκών αληθείας (η)truth-conditional semantics
σημασιολογική ανωμαλίαsemantic anomalyCruse (2006)
σημασιολογικό σχόλιοsemantic commentΞυδόπουλος (2007)
σημασιολογικός-ή-ό, σημασιακός-ή-όsemantic
σημασιοτακτικοί περιορισμοί (οι)semotactics
σημείο (το), νόημα (το), νοηματικός-ή-όsign
σημείο κατάληξης (το)landing site
σημειολογία (η)semasiology
σημειολογία (η)semeiology
σημειολογία (η)significs
σημειολογία (η), σημειωτική (η)semiotics
σημειολογία της απόστασης (η)proxemics
σημειολογικός-ή-όsemiotic
σημειωμένος-η-ο με αστερίσκοasterisked
σήμημα (το)sememe
σημημική (η)sememics
σημημικός-ή-όsememic
σημολογία (η)semology
σθένος (το)valency
σίγμα (το)sigma (Σ)
σιωπηρός-ή-όtacit
σκελετικός άξονας (ο), σκελετός (ο), σκελετικό επίπεδο (το)skeletal tier
σκιώδης αντωνυμία (η)shadow pronoun
σκληρό σύμφωνο (το)hard consonant
σκληρός ουρανίσκοςhard palateCrystal (1997, 2002)
σοσιρικός-ή-ό, Σοσίρ (Saussure) (του)Saussurean
σουά (schwa)schwa/shwa
σοφιστεία της αντιστοιχίαςcorrespondence fallacyCrystal (1997, 2002)
ΣΠΤDTE
σταθερή αντίθεσηconstant oppositionCrystal (1997, 2002)
σταθερή αντίθεση (η)constant opposition
σταθερό λεξικόpermanent lexiconΞυδόπουλος (2007)
σταθερός-ή-όconstant
σταθερός-ή-όfixed
σταθερότητα (η)stability
σταθερότητα κατά την άρνησηconstancy under negationYule (1996)
στάση (η)location
στάση (η), αναλλοίωτη διατήρηση (η)hold
στατιστικές καθολικές αρχέςstatistical universalsCrystal (1997, 2002)
στατιστική γλωσσολογίαstatistical linguisticsCrystal (1997, 2002)
στατιστική γλωσσολογία (η)statistical linguistics
σταφυλικοποίηση (η)uvularization
σταφυλικοποιώuvularize
σταφυλικός-ή-όuvular
στενός-ή-όnarrowCrystal (1997, 2002)
στένωμα (το)stricture
στενωμένος-η-οconstricted
στένωση (η)constriction
στένωση (η)narrowing
στενωτικός τριβόμενος (ο), συριστικός (ο)strident
στερεότυπο (το)stereotype
στερητικά αντώνυμαprivative antonymsCruse (2006)
στερητική αντίθεσηprivative oppositionCrystal (1997, 2002)
στερητική αντίθεση (η)privative opposition
στερητικός-ή-όprivative
στερητικότητα (η)privativity
στερνικός παλμός (o)chest pulse
στεφάνη (η), εξωτερικό περίγραμμα (το)rim
στηλοειδής δεσμίδα (η), μήτρα (η), πίνακας (ο), μητρώο (το), υποδοχή (η)matrix
στηλοειδής δεσμίδα των χαρακτηριστικώνfeature matrixFromkin et al (2003)
στιγμιαίος-α-οinstantaneous
στιγμιαίος-α-οpunctual(ity)
στιγμιαίος-α-οsemelfactive
στιγμιότητα (η)punctuality
στοιχεία ανοικτού συνόλουopen set itemsCruse (2006)
στοιχεία αρνητικής πολικότηταςnegative polarity items ( negpols )Cruse (2006)
στοιχεία κλειστού συνόλουclosed set itemsCruse (2006)
στοιχείο (το)element
στοιχείο (το)item
στοιχείο ανεξάρτητης αναφοράςreferential expression , r-expressionCrystal (1997, 2002)
στοιχείο ανεξάρτητης αναφοράς (το)referringexpression
στοιχείο ανεξάρτητης αναφοράς (το)R-expression
στοιχείο έκφρασηςexpression elementCrystal (1997, 2002)
στοιχείο και διάταξηitem andarrangement (IA)
στοιχείο και διεργασίαitem and process (IP)
στοιχείο πλήρωσης (το), εμβόλιμος τύπος (ο), προσθήκη (η)filler
στοιχείο σθένους (το)valent
στοιχείο του προσδιορισμένου τερματικού (το)designated terminal element (DTE)
στοματικός-ή-ό, προφορικός-ή-όoral
στόχος (ο)goal
στόχος (ο)target
στρατηγική αλληλεγγύηςsolidarity strategyYule (1996)
στρατηγική αρνητικής ευγένειαςnegative politeness strategyYule (1996)
στρατηγική θετικής ευγένειαςpositive politeness strategyYule (1996)
στρατηγική σεβασμούdeference strategyYule (1996)
στρογγυλός-ή-ό, στρογγυλωμένος-η-οrounded
στρογγυλότητα (η), στρογγύλωση (η)rounding
στρώμα (το)stratum
στρωματικός-ή-όstratal
συγγενείς λέξειςcognatesFromkin et al (2003)
συγγενής-ής-ές, σύστοιχος-η-οcognate
συγγραφή (λεξικού)writingΞυδόπουλος (2007)
συγκατηγορηματικά επίθεταsyncategorematic adjectivesCruse (2006)
συγκεκριμένη γλωσσική διαταραχήspecific language impairment (sli)Fromkin et al (2003)
συγκεκριμένος-η-οconcreteCruse (2006)
συγκινησιακός-ή-όemotive
συγκλίνωconverge
σύγκλιση (η)convergence
συγκόλληση (η)agglutination
συγκολλητική (γλώσσα)agglutinatingΞυδόπουλος (2007)
συγκολλητικός-ή-όagglutinating
συγκολλητικός-ή-οagglutinative
συγκοπήsyncopeCrystal (1997, 2002)
συγκοπή (η)syncope
συγκρατημένη άρμοσηsustained junctureCrystal (1997, 2002)
συγκρητίζωsyncretize
συγκρητισμόςsyncretismΞυδόπουλος (2007)
συγκρητισμός (ο)syncretism
συγκριτική ανασύνθεσηcomparative reconstructionCrystal (1997, 2002)
συγκριτική ανασύνθεσηcomparative reconstructionFromkin et al (2003)
συγκριτική γραμματικήcomparative grammarCrystal (1997, 2002)
συγκριτική ή τυπολογική γλωσσολογίαcomparative / typological linguisticsCrystal (1997, 2002)
συγκριτική μέθοδοςcomparative methodFromkin et al (2003)
συγκριτικός-ή-ό, αντιπαραθετικός-ή-όcomparative
σύγκρουση (η)clashing
συγχρονικά λεξικάsynchronic dictionariesΞυδόπουλος (2007)
συγχρονική γλωσσολογίαsynchronic linguisticsCrystal (1997, 2002)
συγχρονικό δείγμα (το), αντιπροσωπευτικό δείγμα (το)cross-sectional
συγχρονικός-ή-όsynchronic
συγχώνευση (η)merger
συγχωνεύωmerge
συγχωνεύω συγχώνευση (η)merge
σύζευξη (η), (σύνδεσμος (ο))conjunction (conjunct)
συζυγία (η)conjugation
συλλαβή (η)syllable
συλλαβίζω, κατανέμω συλλαβές, συλλαβοποιώsyllabify
συλλαβική γραφήsyllabic writingFromkin et al (2003)
συλλαβικό αλφάβητοsyllabaryFromkin et al (2003)
συλλαβικός-ή-όsyllabic
συλλαβισμός (o), κατανομή συλλαβών (η), συλλαβοποίηση (η)syllab(if)ication
συλλαβοχρονισμένος-η-οsyllable-timed
σύμβαση (η)convention
συμβατικό σημείοconventional signCruse (2006)
συμβατικό σημείοconventional signCruse (2006)
συμβατικό υπονόημαconventional implicatureCruse (2006)
συμβατικό υπονόημαconventional implicatureYule (1996)
συμβατικό υπονόημα (το)conventional implicature
συμβατικός-ή-όconventional
συμβολική δείξηsymbolic deixisCruse (2006)
συμβολισμός (o)notation(al)
συμβολισμός άλφα (ο)alpha notation
συμβολισμού (του), συμβολιστικός-ή-όnotational
σύμβολο ?τοις εκατό? (%)percentage symbol (%)
σύμβολο emoticonemoticonFromkin et al (2003)
σύμβουλος (ο, η)consultant
συμμετρία σχέσηςsymmetry of a relationCruse (2006)
συμπαγής-ής-έςcompact
σύμπαν του λόγου (το), κόσμος του λόγου (ο)universe of discourse
συμπεριφορικός-ή-όattitudinal
συμπεριφορισμός (ο), μπιχεβιορισμός (ο)behaviourism
συμπίπτων-ουσα-ονcongruent
σύμπλεγμα (το)cluster
συμπλήρωμα (το)complement
συμπληρώματα-whwh-complementsCrystal (1997, 2002)
συμπληρωματικά αντίθεταcomplementariesCruse (2006)
συμπληρωματικές κινήσεις (οι)supplementary movements
συμπληρωματική κατανομήcomplementary distributionFromkin et al (2003)
συμπληρωματικό ζεύγοςcomplementary pairFromkin et al (2003)
συμπληρωματικός δείκτης (ο), ΣΔcomplementizer
συμπληρωματικός-ή-όcomplementary
συμπληρωματικότητα (η)complementarity
συμπλήρωση (η)complementation
σύμπτυξη (η), συμπτύσσωcollapse
σύμπτωση (η)congruence
Συμφagr
σύμφραση (η)collocate
σύμφραση (η), συμπαράθεση (η)collocation
συμφρασιμότητα (η)collocability
συμφραστική ανάλυσηcollocation analysisFromkin et al (2003)
συμφραστικός πίνακαςconcordance (table)Fromkin et al (2003)
συμφραστικός-ή-όcollocational
σύμφυση (η)colescence
συμφύωcoalesce
συμφωνίαcongruenceΞυδόπουλος (2007)
συμφωνία (η)agreement
συμφωνική αρμονίαconsonant harmonyCrystal (1997, 2002)
συμφωνική αρμονία (η)consonant harmony
συμφωνική γραφήconsonantal writingFromkin et al (2003)
συμφωνικό αλφάβητοconsonantal alphabetFromkin et al (2003)
συμφωνικός-ή-όconsonantal
σύμφωνο (το)consonant
συμφωνοειδές (το)contoid
συν(υπο)δηλωτικήconnotative neologyΞυδόπουλος (2007)
συν-κείμενο (το)co-text
συναγωγήinferenceYule (1996)
συναθροίζω/ομαι, συνάπτω/ομαιcolligate
συνάθροιση (η), σύναψη (η)colligation
συναίρεση (η)contraction
συναίσθημα (το)affect
συναισθηματικός-ή-όaffective
συναισθησία (η)synaesthesia
συναναπαραστατική γραμματική (η)co-representational grammar
συναναφορική αναφορικότητα/αναπομπήcoreferential anaphoraCruse (2006)
συναναφορικός-ή-όco-referential
συναναφορικότητα (η)co-referentiality
συνάρθρωση (η)coarticulation
συναρμογήjunctionCrystal(1997,2002)
συναρμογή (η)junction
συναρτητής (ο), λειτουργικό στοιχείο (το), συσχετιστής (ο)functor
Συνδconj
συνδεδεμένη ομιλία (η)connected speech
συνδεδεμένος-η-οconjoined
συνδεδεμένος-η-οlinked
σύνδεση (η)conjoining
σύνδεση (η)connection
σύνδεση (η)linkage
σύνδεση (η)linking
σύνδεση (η), άρμοση (η), αρμός (ο), σύνδεση (η)juncture
σύνδεση (η), συνειρμός (ο)association
συνδετικό (στοιχείο) (το)connector
συνδετικό ρήμα (το)copula
συνδετικός-η-οconjunctive
συνδετικός-ή-όconnective
συνδετικός-ή-όcopulative
συνδετικός-ή-όlinking
συνδετικός-ή-όsyndetic
συνδετικότητα (η)connectivity
συνδέωconjoin
συνδέω/-ομαι αναφορικά, δεσμεύω/-ομαι αναφορικάbind
συνδήλωση (η), συνεκδοχή (η)connotation
συνδηλωτική σημασίαconnotative meaningFromkin et al (2003)
συνδηλωτικός-ή-ό, συνεκδοχικός-ή-όconnotative
συνδυασμός (ο), εναλλαγή (η)permutation
συνδυαστικός-ή-όcombinatorial
συνειρμικός-ή-όassociative
συνεισφορά (η)turn
συνεκτικότητα (η)coherence
συνέλκυση (η)pied piping
συνεμφανίζομαιco-occur
συνεμφάνιση (η)co-occurence
συνενδείκτης (ο), φέρω τον ίδιο δείκτηco-index
συνεπαγωγή (η)entailment
συνεπαγωγικές καθολικές αρχέςimplicational universalsCrystal (1997, 2002)
συνεπαγωγική καθολική αρχή (η)implicational universal
συνεπαγωγική κλιμάκωση (η)implicational scaling
συνεπτυγμένα λεξικάcompact dictionariesΞυδόπουλος (2007)
συνέχεια (η)cline
συνεχές σημείοcontinuous signCruse (2006)
συνηρημένος-η-οcontracted
σύνθεση (η)composition
σύνθεση (η)compounding
σύνθεση (η)synthesis
σύνθεση ομιλίας (η)speech synthesis
συνθετικές εκφράσειςcompositional expressionsCruse (2006)
συνθετική λογική πρότασηsynthetic propositionCruse (2006)
συνθετικός-ή-όcompositional
συνθετικός-ή-όsynthetic
συνθετικότητα (η)compositionality
σύνθετο σύμβολο (το)complex symbol
σύνθετος μουσικός τόνοςcomplex toneCrystal (1997, 2002)
σύνθετος-η-οcomposite
σύνθετος-η-οcompound
σύνθετος-η-ο, πολύπλοκος-η-οcomplex
συνθετότητα (η), πολυπλοκότητα (η)complexity
συνθέτωcompose
συνθήκες ειλικρίνειας (οι)sincerity conditions
συνθήκες επιτυχίας (οι)felicity conditions
συνθήκη (η), περιορισμός (ο)condition
συνθήκη / περιορισμός του παραγόμενου περιβάλλοντοςderived environment constrain / conditionCrystal (1997, 2002)
συνθήκη εισόδουentry conditionCrystal (1997, 2002)
συνθήκη σύνδεσηςassociation convetionCrystal (1997, 2002)
συνθήκη της αληθούς γενίκευσης (η)true generalization condition
συνθήκη της αμφισημαντότηταςbiuniqueness conditionCrystal (1997, 2002)
συνθήκη της αυστηρής κυκλικότητας (η)strict cycle condition
συνθήκη της ελάχιστης σύνδεσης (η)minimal link condition
συνθήκη της ελαχιστότηταςminimality conditionCrystal (1997, 2002)
συνθήκη της μη διάταξηςnon-ordering conditionCrystal(1997,2002)
συνθήκη της ονομαστικής νησίδαςnominative island conditionCrystal (1997, 2002)
συνθήκη του καθορισμένου υποκειμένου (η)specified-subject condition
συνθήκη του λοιπού περιβάλλοντος (η)elsewhere condition
συνίζηση (η), διάχυση (η), σύντηξη (η), συγχώνευση (η), σύμμιξη (η)fusion
συνομιλιακή αρχήmaximYule (1996)
συνομιλιακή συνεισφορά (η)conversational turn
συνομιλιακό βήμαfloorYule (1996)
συνομιλιακό υπονόημα (το)conversational implicature
συνομιλιακός ρόλος (ο)tenor (of discourse)
συνοπτικά λεξικάconcise dictionariesΞυδόπουλος (2007)
συνοπτικός-ή-όperfective
συνοριακό σύμβολο (το) / συνοριακός δείκτης (ο)boundary-symbol/-marker
συνοχή (η)cohesion
συνοχικός-ή-όcohesive
συνοχικότητα (η)cohesiveness
συνόψισηsummarizationFromkin et al (2003)
Συντ, Συνperf
σύνταγμα (το)syntagma
συνταγματικές εννοιακές σχέσειςsyntagmatic sense relationsCruse (2006)
συνταγματική (η)syntagmatics
συνταγματικός-ή-όsyntagmatic
συντάγμημα (το)syntagmeme
συντακτικά αμαλγάματαsyntactic blendsCrystal (1997, 2002)
συντακτική ανάλυση (η)parse
συντακτική ανάλυση (η)parsing
συντακτικό (το), συντακτικοί περιορισμοί (οι)syntactics
συντακτικό πλαίσιοsyntactic frameCrystal (1997, 2002)
συντακτικός αναλυτής (ο)parser
συντακτικός-ή-όsyntactic
σύνταξη (η)syntax
συντελεσμένος-η-οperfect
συντελεστής γραμμικής πρόβλεψηςlinear prediction coefficientCrystal (1997, 2002)
συντμημένος λόγος (ο)block language
συντομευμένα διπλοσύνθεταportmanteau words/telescope wordsΞυδόπουλος (2007)
συντομογραφία (η), βραχυγραφία (η), σύντμηση (η)abbreviation
συντομογραφικός-ή-ό, συντομογραφημένος-η-οabbreviatory
συντονιστικός-ή-όco-ordinate
συνυπώνυμο (τα)co-hyponyms
συνωμοσία (η)conspiracy
συνωμοτώconspire
συνωνυμία (η)synonymy
συνωνυμικός-ή-ό, συνώνυμος-η-οsynonymous
συνώνυμο (το)synonym
συριγμός (ο)sibilance
συριστικός-ή-όsibilant
συριστικότηταsibilanceCrystal(1997,2002)
συστατική δομή (η)c-structure
συστατικό (το), συστατικός-ή-όconstituent
συστατικότητα (η)constituency
σύστημα (το)system
συστηματικά λεξικάsystematic dictionariesΞυδόπουλος (2007)
συστηματική φωνημική (η)systematic phonemics
συστηματική φωνητική (η)systematic phonetics
συστηματικός-ή-όsystematic
συστηματοδομική γραμματική (η)scale-and-category grammar
συστημικός-ή-όsystemic
συστροφή δυναμικού χρόνου (η)dynamic time warping
συσχετικός-ή-όcorrelative
συσχετισμός (ο)correlation
συσχετιστικά αντίθεταrelational oppositesΞυδόπουλος (2007)
συσχετιστικά αντίθεταrelational oppositesFromkin et al (2003)
συσχετιστική γραμματική (η)relational grammar
συσχετιστικός-ή-ό, σχεσιακός-ή-όrelational
συχνότητα (η)frequency
ΣΦ, ΣΦΣ, κ.τ.λ.CV, CVC, etc.
σφαιρικός-ή-όglobal
σφάλμα (επιτέλεσης) (το)mistake
σφηνοειδής γραφήcuneiformFromkin et al (2003)
σφυριχτή ομιλία (η)whistle(d)-speech
σχάση (η)fission
σχεδιασμός (λεξικού)design/planningΞυδόπουλος (2007)
σχεδιασμός (ο), προγραμματισμός (ο)planning
σχεδιοτυπική (γλώσσα)templaticΞυδόπουλος (2007)
σχεδιοτυπικός-ή-όtemplatic
σχεδίοτυπο (το)template
σχέση (η)relation
σχετικά / συγκατηγορηματικά επίθεταrelative / syncategorematic adjectivesCruse (2006)
σχετικές καθολικές αρχέςrelative universalsCrystal (1997, 2002)
σχετικοποιημένη ελαχιστότηταrelativized minimalityCrystal (1997, 2002)
σχετικοποιημένη ελαχιστότητα (η)relativized minimality
σχετικός-ή-όrelative
σχετικότητα (η)relativity
σχήμα (το)pattern
σχήμα ασύνδετο (το)asyndeton
σχήμα συνδετό (το)syndeton
σχηματισμός λέξης (ο)word formation
σχηματιστικό στοιχείο (το)formative
σχισμοειδής-ής-έςslit
σχισμοειδής-ής-ές, μετριασμένος-η-οflat
Σχολή της Γενεύης (η)Geneva School
Σχολή της Κοπεγχάγης (η)Copenhagen School
Σχολή της Πράγας (η)Prague School
Σχολή του Λονδίνου (η)London School
σχολιακός-ή-όrhematic
σχολικά λεξικάschool dictionariesΞυδόπουλος (2007)
σχόλιοglossFromkin et al (2003)
σχόλιο (το)comment
σχόλιο (το)rheme
σώματα κειμένου (τα, πληθ.)corpora
τάγμα (το)tagma
ταγματική (η)tagmatics
τάγμημα (το)tagmeme
ταγμηματική (η)tagmemics
τακτικό αριθμητικό (το)ordinal
τακτικοί περιορισμοί (οι)tactic(s)
τακτικοί περιορισμοί (οι), διατακτική (η)taxis
ταλάντωση ανωτέρας αρμονικήςovertoneCrystal (1997, 2002)
ταλάντωση ανωτέρας αρμονικής (η)overtone
ταμπούtabooFromkin et al (2003)
τάξη (η)class
τάξημα (το)taxeme
τάξημα (το), κλάσημα (το)classeme
ταξική διάλεκτοςclass dialectCrystal(1997,2002)
ταξινόμηση (η)classification
ταξινομητής (ο)classifier
ταξινομία (η)taxonomy
ταξινομική γλωσσολογίαtaxonomic linguisticsCrystal (1997, 2002)
ταξινομικός-ή-όtaxonomic
ταξώνυμοtaxonymCruse (2006)
τάση (η)tension
ταυτοσύλλαβος-η-ο, ταυτοσυλλαβικός-ή-όtautosyllabic
ταχύτητα (η)rate
ταχύτητα (η)speed
τέλειο μετρικό πλέγμα (το)perfect grid
τελεστής (ο)operator
τελευταίο μέρος/επίμετροback matterΞυδόπουλος (2007)
τελικά γεγονόταtelic eventsCruse (2006)
τελικός ρόλοςtelic roleCruse (2006)
τελικός-ή-όfinal
τελικός-ή-όtelic
τελικότητα (η)telicity
τεμαχιακός άξονας (o), τεμαχιακό επίπεδο (το)segmental tier
τεμαχιακός-ή-όsegmental
τεμάχιο (το), τεμαχίζωsegment
τεμάχιο διακύμανσηςcontour segmentCrystal (1997, 2002)
τεμάχιο-φάντασμα (το)ghost segment
τεμάχιο-φάντασμα (το)phantom segment
τεμαχισμός (ο)segmentation
τεμαχιστής (ο)segmentator
τέμπο (tempo) (το)tempo
τερματικά ανάλογα (τα)terminal analogs
τερματική άρμοσηterminal junctureCrystal (1997, 2002)
τερματικός-ή-όeventive
τερματικός-ή-όterminal
τεσιτούρα (tessitura)tessitura
τεστ/δοκιμασία ταυτότηταςidentity testCruse (2006)
τεταμένος-η-οfortis
τεταμένος-η-οtense
τεταμένος-η-οtense
τετραθέσια αντίστροφα αντώνυμαfour-place oppositesΞυδόπουλος (2007)
τεχνητή γλώσσα (η)artificial language
τεχνικά λεξικάtechnical dictionariesΞυδόπουλος (2007)
τηλεγραφική ομιλία (η)telegraphic speech
τηλεγραφικό στάδιοtelegraphic stageFromkin et al (2003)
τιμές αληθείαςtruth valuesCruse (2006)
τιμή (η), αξία (η)value
τιμητική έκφρασηhonorificYule (1996)
τομέας βάσηςbase componentCrystal (1997, 2002)
τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίωνpositron-emission tomography (pet)Fromkin et al (2003)
τόνημα (το)toneme
τονημική (η)tonemics
τονητική (η)tonetics
τονικό ύψος (το)pitch
τονικός-ή-όaccentual
τονικός-ή-όtonic
τονικότητα (η)tonicity
τονισμένος-η-οaccented
τονισμένος-η-ο (δυναμικά)stressed
τονισμός (ο)accentuation
τόνος (ο), προφορά (η)accent
τονούμενος-η-ο, τόνος (ο)bar
τονοχρονισμένος-η-οstress-timed
τόξο (το)arc
τοπloc
τοπική δείξηspatial deixisYule (1996)
τοπικισμός (ο)localism
τοπικιστής (ο)localist
τοπικιστικός-ή-όlocalistic
τοπικό δένδροlocal treeCrystal (1997, 2002)
τοπικό σύστημα διαχείρισηςlocal management systemYule (1996)
τοπικός αντωνυμικός τύποςpro-locativeCrystal (1997, 2002)
τοπικός-ή-όlocal
τοπικός-ή-όlocative
τοπικότητα (η), τόπος (ο), θέση (η), τοποθεσία (η)locality
τοποθέτηση επιγραφής (η), τιτλοφόρηση (η)labelling
τοποθέτηση σε ακολουθίαsequencingCrystal (1997, 2002)
τοποθέτηση σε ακολουθία (η)sequencing
τόπος (άρθρωσης) (ο)place (of articulation)
τόπος συμφώνου (η)C-place
τόπος φωνήεντος (η)V-place
του ποιού ενέργειαςaspectual
τρέπω σε εξακολουθητικόspirantize
τριαδικός-ή-όtriadic
τριβή (η)friction
τριβόμενος-η-οfricative
τρίγωνο (το)triangle
τριθέσια αντίστροφα αντώνυμαthree-place oppositesΞυδόπουλος (2007)
τριικός αριθμόςtrialCrystal (1997, 2002)
τριϊκός-ή-όtrial
τρισθενής-ής-έςtrivalent
τριτογενής απόκριση (η)tertiary response
τριφθογγικός-ή-όtriphthongal
τριφθογγοποίηση (η)triphthongization
τριφθογγοποιώtriphthongize
τρίφθογγος (o)triphthong
τροπή σε εξακολουθητικό (η)spirantization
τροπική τιμήmodal valueCruse (2006)
τροπικό ρήμαmodal verbCruse (2006)
τροπικός τελεστήςmodal operatorCruse (2006)
τροπικός-ή-όmodal
τροπικός-ή-ό, τρόπος (ο)manner
τροπικότητα (η)modality
τροποποίηση (η)modification
τροποποιητής (ο)modifier
τροποποιώmodify
τρόπος (o)mode
τρόπος (ο), έγκλιση (η)mood
τρόπος άρθρωσης (ο)manner of articulation
τρόπος εκδήλωσηςmanifestation modeCrystal (1997, 2002)
τροφοδότηση (η)feeding
τροφοδοτώfeed
τροχαίος (ο)trochee
Τσομσκι Chomsky (του), Τσομσκιανός-ή-όChomskyan (Chomskian)
τυπικές καθολικές αρχέςformal universalsCrystal (1997, 2002)
τυπική γραμματικήformal grammarCrystal (1997, 2002)
τυπική λέξη (η)form word
τυπική σημασιολογίαformal semanticsCruse (2006)
τυπικό σχόλιοformal commentΞυδόπουλος (2007)
τυπικός ρόλοςformal roleCruse (2006)
τυπικός-ή-όformal
τυπικότητα (η)formality
τύποι T (οι)T forms
τύποι V (οι)V forms
τυπολογία (η)typology
τυπολογία των λεξικώνdictionary typologyΞυδόπουλος (2007)
τυπολογική γλωσσολογία (η)typological linguistics
τυπολογικό μέρος (το)accidence
τυποποιημένη γλώσσα (η)formulaic language
τυποποιημένος-η-οtyped
τυποποίηση (η)formalization
τυποποίηση (η), κωδικοποίηση (η), καθιέρωση (η)standardization
τυποποιώformalize
τύπος (o), μορφή (η)form
τύπος (ο), είδος (το)type
τύπος -ed (ο), τύπος του αορίστου της αγγλικής (ο)-ed form
τύπος -en (ο), τύπος της μετοχής της αγγλικής-en form
τύπος ?ing (ο), τύπος του γερούνδιου της αγγλικής (ο)-ing form
τύπος βάσης ή βασικός τύποςbase formCrystal (1997, 2002)
τύπος με αστερίσκο (ο)starred form
τύπος παραπομπής (ο)citation form
τύπος προσφώνησης (ο)form of address
τυχαίο κενόaccidental gapFromkin et al (2003)
υβριστικό λεξιλόγιοswearing vocabularyΞυδόπουλος (2007)
υγρός-η-οliquid
υπαρκτή λέξηexisting wordΞυδόπουλος (2007)
υπαρκτική προϋπόθεσηexistential presuppositionYule (1996)
υπαρκτικός-ή-όexistential
υπεκφυγή (η)hedge (noun/verb)
υπεραστισμός (ο)hyperurbanism
υπέρβαρη συλλαβή (η)superheavy syllable
υπερβολήhyperboleCruse (2006)
υπεργένεση (η)overgeneration
υπεργενίκευσηovergeneralizationCrystal (1997, 2002)
υπεργενίκευση (η)overgeneralization
υπεργεννώovergenerate
υπεργλωττιδικός-ή-όsupraglottal
υπερδιόρθωση (η)hypercorrection
υπερδιόρθωση (η)overcorrection
υπερεπέκταση (η), επέκταση (η)overextension
υπερθετικός-ή-όsuperlative
υπερκείμενος-η-οsuperordinate
υπερπόδας (ο)superfoot
υπερρινικότητα (η)hypernasality
υπερσημημικός-ή-όhypersememic
υπερσυντέλικος (ο)pluperfect
υπερσυντέλικος (ο), συντελεσμένος παρελθοντικός (ο)past perfect
υπερτεμαχιακός-ή-όsuprasegmental
υπερώα (η), μαλακός ουρανίσκος (o)velum
υπερώα (η), μαλακός ουρανίσκος (ο)soft palate
υπερωιαίος-α-οvelaric
υπερωικοποίηση (η)velarization
υπερωικοποιώvelarize
υπερωικός-ή-όvelar
υπερώνυμο (το)hypernym
υποβάθμιση (η)demotion
υπογλώσσα (η)sublanguage
υποδένδρο (το)subtree
υποδιαδοχή στοιχείωνsubstringCrystal(1997,2002)
υποδιαδοχή στοιχείων (η)substring
υποδιορισμός (ο)subjunct
υποδοχέας (ο), υποδοχή (η)slot
υποεπέκταση (η)underextension
υπόθεσηprotasisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση (η)protasis
υπόθεση γιάκομπσον / τζέικομπσονjakobsonian hypothesisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση γορφwhorfian hypothesisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση επιτελεστικότηταςperformative hypothesisYule (1996)
υπόθεση Κατς-Πόσταλ (Katz-Postal) (η)Katz-Postal hypothesis
υπόθεση Σαπάιρ-Γουρφ (Sapir?Whorf) (η)Sapir-Whorf hypothesis
υπόθεση της αντιθετικής ανάλυσηςcontrastive analysis hypothesisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση της αντιστοιχίαςcorrespondence hypothesisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση της διαφοράς (η)difference hypothesis
υπόθεση της εμφυτότηταςinnateness hypothesisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση της επαναλεξικοποίησηςrelexification hypothesisCrystal (1997, 2002)
υπόθεση της θεμελιώδους διαφοράςfundamental difference hypothesisFromkin et al (2003)
υπόθεση της κρίσιμης ηλικίαςcritical age hypothesisFromkin et al (2003)
υπόθεση της συνέχειας (η)continuity hypothesis
υπόθεση της υστέρησης (η), υπόθεση της ανεπάρκειας (η)deficit hypothesis
υπόθεση του βάθους (η)depth hypothesis
υπόθεση του βιοπρογράμματος (η)bioprogram(me) hypothesis
υπόθεση του μοναδιαίου συστήματοςunitary system hypothesisFromkin et al (2003)
υπόθεση των διακριτών συστημάτωνseparate systems hypothesisFromkin et al (2003)
υποθετικός-ή-όconditional
υποκατάσταση (η)substitution
υποκατάσταση (η)suppletion
υποκαταστάσιμος-η-οsubstitutable
υποκαταστασιμότητα (η)substitutability
υποκατάστατος-η-οsuppletive
υποκατάστατος-η-ο, υποκαθιστώsubstitute
υποκατηγοριοποίηση (η)sub-categorization
υποκατηγοριοποιώ, υποκατηγοριοποιούμαιsub-categorize
υποκείμενη κυκλική κατηγορία (η)subjacency
υποκειμενικός-ή-όsubjective
υποκείμενο (το)subject
υποκείμενο αντίδρασης (το)counter-agent
υποκείμενος-η-οunderlying
υποκίνηση (η)subgesture
υποκινητής της ρετρωνυμίας/οπισθωνυμίαςretronymy-instigatorΞυδόπουλος (2007)
υποκοριστικό (το)diminutive
υποκοριστικό (το), χαϊδευτικό (το)hypocoristic
υπολειπόμενος-η-οrecessive
υπολογιστική γλωσσολογίαcomputational linguisticsCrystal (1997, 2002)
υπολογιστική γλωσσολογία (η), πληροφορική γλωσσολογία (η)computational linguistics
υπολογιστική μορφολογίαcomputational morphologyFromkin et al (2003)
υπολογιστική πραγματολογίαcomputational pragmaticsFromkin et al (2003)
υπολογιστική σημασιολογίαco