Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Akira Kurosawa
Σενάριο: Akira Kurosawa, Hideo Oguni, Masato Ide
Φωτογραφία: Asakazu Nakai, Takao Saitο, Masaharu Ueda
Μουσική: Tοru Takemitsu
Ηθοποιοί: Tatsuya Nakadai, Akira Terao, Jinpachi Nezu, Daisuke Ryu, Mieko Harada, Yoshiko Miyazaki
Βραβεία: Βραβείο BAFTA καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας
Τοποθεσία: Ιαπωνία, 1985
Διάρκεια: 160’

Το Ran είναι το τελευταίο αριστούργημα αλλά και η τελευταία διαθήκη ενός σπουδαίου σκηνοθέτη που έβλεπε τη δύση του. Η ταινία βασίζεται στο έργο του Shakespeare, «Βασιλιάς Ληρ» ,προσαρμοσμένο όμως στην ιαπωνική εποχή των Σαμουράι, γεμάτη με μεταφορές που δείχνουν την ανθρώπινη σκληρότητα σε ένα πεδίο μάχης υπό το βλέμμα ενός άκαρδου και απόντα Θεού, μακριά από τον ανθρώπινο πόνο. Ενώ στο έργο του Shakespeare, οι θεοί είναι που σκοτώνουν ελαφρά τη καρδία τους ανθρώπους, στο Ran οι άνθρωποι είναι που θα σκοτώσουν χωρίς φραγμό, με έναν Θεό που αρκείται στο να παρατηρεί σιωπηλά.

Η ταινία γυρίστηκε σχεδόν τρεις δεκαετίες από την ίσως σπουδαιότερη ταινία του σκηνοθέτη, «Οι 7 Σαμουράι». Η τελευταία, όντας μια γήινη, γεμάτη με ρωμαλέο χιούμορ και συναίσθημα ταινία, έρχεται σε αντίθεση με το Ran, ένα ψυχρά όμορφο και απόμακρο φιλμ. Οι δύο ταινίες μας προβάλουν τον κόσμο του σκηνοθέτη τις αντίστοιχες περιόδους. Στην κορυφή της καριέρας του η πρώτη, λίγο πριν το τέλος η δεύτερη.

Στους 7 σαμουράι βρίσκουμε τον γηραιό και σοφό ηγέτη Kambei να οδηγεί προς τη δόξα τους 6 σωτήρες των χωρικών. Από την άλλη, στο Ran, το κεντρικό πρόσωπο είναι ο αυτοκαταστροφικός ηγέτης που αφού έχει μοιράσει την εξουσία του στους τρεις γιούς του, κυκλώνεται από προδοσία και αιματοχυσία.

Αντιθέτως, η σειρά των γεγονότων στο Ran είναι τόσο «άσπλαχνη» απέναντι στον Saburo, όσο και σε οποιονδήποτε άλλο- τους άνομους Kaede, Taro, Jiro- αλλά και τους καλούς: τη γυναίκα του  Jiro, Lady Sue, τον Kyoami, το θηλυπρεπή γελωτοποιό, τον τυφλό φλαουτίστα, τον Tsurumaru, τον οποίο βλέπουμε στην «τρομακτική» τελευταία σκηνή της ταινίας να παραπατά στην άκρη ενός λόφου με μια άβυσσο κοκκινωπού ηλιοβασιλέματος να καίγεται πίσω του.

Η ανάλυση της ταινίας έχει ακόμα και σύγχρονη ερμηνεία. Το κρυφό θέμα του Ran -όπως εξήγησε ο Kurosawa σε συνέντευξή του, το 1985- είναι η απειλή μιας πυρηνικής αποκάλυψης. Το φιλμ κατακλύζεται από την αγωνία της μετα-Χιροσίμα εποχής. Αλλά η ταινία για τον Kurosawa παίρνει επίσης και τη μορφή μιας προσωπικής τοποθέτησης και μιας μαζικής επανασύνδεσης. Για το Ran, ο σκηνοθέτης όπως συνήθως, έφερε πίσω ηθοποιούς (Nakadai, Ryu) με τους οποίους είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν. Μάζεψε επίσης μια μεγάλη ομάδα από στενούς «πίσω από την κάμερα» συνεργάτες, συμπεριλαμβανομένων των σεναριογράφων Hideo Oguni και Masato Ide, ενδυματολόγο Emi Wada, υπευθύνων φωτογραφίας Yoshiro και Shinobu Muraki και τους τρεις κινηματογραφιστές Takao Saito, Masaharu Ueda και Asakazu Nakai (Seven Samurai), για να γυριστεί αυτή η τελευταία ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη.

Το Ran είναι μια ταινία χτισμένη πάνω σε μεταφορές και σπουδαίες αναφορές, κάτι το οποίο ηθελημένα προκαλεί τον θεατή να σκεφτεί πριν να νιώσει. Ο Kurosawa αποφεύγει τη σαιξπηρική μορφή της τραγικής κάθαρσης, και επίσης τους ένθερμους συναισθηματισμούς των μεγάλων έργων του κατά τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60. Νιώθοντας πλέον πως πρέπει να χωρέσει όλη την φιλοσοφία και την κοσμοθεωρία του στις ταινίες, η τέχνη του είναι πιο προσεγμένη και ηθελημένη. Η χρήση χρώματος στα τελευταία φιλμ του τα κάνει να δείχνουν σχεδόν γραφικά αλλά παράλληλα λιγότερο «αυθόρμητα» και αληθινά από το Rashomon ή το Seven Samurai, για παράδειγμα. Αυτή την περίοδο ο σκηνοθέτης συχνά εμπνεόταν και προετοίμαζε τις εικόνες τους με βάση πίνακες ζωγραφικής (αρκετούς από τους οποίους εκτέθηκαν και στο φεστιβάλ των Καννών το 2002).

Πουθενά δεν είναι πιο εμφανής αυτή η αλλαγή από τον τρόπο που ο Kurosawa-ίσως ο πιο σημαντικός σκηνοθέτης δράσης του 20ου αιώνα- σκηνοθετεί και στήνει τις μάχες, τους αγώνες και τους σκοτωμούς στο Ran. Φτιάχνει μια ταινία δράσης στην οποία οι περισσότερες από τις συνηθισμένες «χαρές της μάχης» στην οθόνη έχουν σκόπιμα αφαιρεθεί. Οι μάχες συχνά φαίνονται από τεράστια απόσταση σε αντίθεση με τις παλαιότερες ταινίες του οι οποίες εξελίσσονταν στην καρδιά της δράσης και της βίας. Η υπογραφή του σκηνοθέτη ήταν η ταυτόχρονη χρήση πλάνων από τρεις κάμερες και το λυσσαλέο μοντάζ. Στο Ran τα πάντα φαίνονται σχεδόν από μια και μοναδική γωνία, ακόμα και σε μονοπλάνα, με ένα μοντάζ τόσο διακριτικό που ίσα που το παρατηρείς.

Τα θέματα του Ran είναι η διαφθορά της ανθρωπότητας, η θανατηφόρα κληρονομία των συγκρούσεων και η τρέλα. Αλλά ακόμη και με το να δείχνει όλη αυτή τη φρίκη, ο Kurosawa μας αφήνει μία μεγάλη παρηγοριά- την ομορφιά της τέχνης με την οποία την αποκαλύπτει. Το στυλιζάρισμα της ταινίας δεν είναι ωστόσο εντελώς πρωτότυπο. Εκτός από τον Shakespeare και τον Noh, μπορούμε να διακρίνουμε επιρροές από ταινίες των  Kenji Mizoguchi, Teinosuke Kinugasa και άλλων μετρ των ιαπωνικών επών του τριάντα έως του πενήντα. Εκεί που ο νέος Kurosawa είχε σκόπιμα αναταράξει τις κομψές μορφές των ταινιών εκείνης της περιόδου, προσθέτοντας περισσότερο κίνδυνο και ένταση, εδώ δεσμεύεται στην παράδοση με λεπτό και έξυπνο τρόπο, χρησιμοποιώντας την αίσθηση της τελετουργίας και του παρελθόντος αυτών των ταινιών για να δημιουργήσει το αίσθημα του αναπόφευκτου και της μοίρας. Τελικά, όταν βλέπουμε τον Hidetora και τους γιούς του παγιδευμένους σε ποιητικά κάδρα και το στήσιμο του Ran, βλέπουμε μια θεατρικότητα ανυψωμένη σε ένα σημείο ανάμεσα σε ζάλη και τρέλα.

Και βλέπουμε, στα χέρια ενός μάστερ, μια μεγάλη μεταφορά μιας αποκάλυψης, ενός κόσμου στις φλόγες μέσα στον οποίο το χάος φαντάζει παράξενα όμορφο.