Πληροφορίες

Μουσική: Max Steiner
Φωτογραφία: Arthur Edeson
Σκηνοθέτης: Michael Curtiz
Σενάριο: Julius J. Epstein, Philip G. Epstein, Howard Koch, Casey Robinson βασισμένο στο “Everybody Comes to Rick's” των Murray Burnett και Joan Alison
Ηθοποιοί: Bogart Humphrey, Ingrid Bergman
Βραβεία: Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου
Διάρκεια: 102'
Τοποθεσία: Η.Π.Α, 1942

Στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εξωτική Casablanca στο Μαρόκο αποτελεί σταυροδρόμι όλων των λαών που ψάχνουν μια διέξοδο από τα δεινά της Ευρώπης και ένα εισιτήριο προς την ελεύθερη Αμερική. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο πολιτικοί πρόσφυγες, τυχοδιώκτες, απατεώνες, καταζητούμενοι, καιροσκόποι, αντιστασιακοί, ένα σωρό διαφορετικοί άνθρωποι, που όλοι τους αναζητούν μια ελπίδα για επιβίωση. Εδώ βρίσκεται και ο Rick, ένας Αμερικανός ιδιοκτήτης κλαμπ. Ο Rick είναι κυνικός, απόμακρος και σκληρός. Κατά βάθος, όμως, κρύβει μια ηρωική καρδιά και σύντομα θα χρειαστεί να το αποδείξει. Την μέρα που εμφανίζεται στο κλαμπ του η Ilsa. Από αυτό το σημείο και μετά ο  Rick θα αντιμετωπίσει ένα ηθικό δίλημμα: να διεκδικήσει ξανά τον μεγάλο του έρωτα ή να θυσιαστεί για χάρη ενός ανώτερου σκοπού. Μια μεγάλη ερωτική ιστορία, που συνεχίζει να συγκινεί με ένα ονειρικό κοσμοπολίτικο φόντο: εξωτική Αφρική, διεθνείς ίντριγκες, αντιστασιακοί αλλά και αδίστακτοι Ναζί, όλα μαζί σε μια υπέροχη ταινία, που έχει γίνει μια από τις πιο αγαπημένες όλων των εποχών και θεωρείται από τις κορυφαίες στιγμές της έβδομης τέχνης! Μια περίπλοκη, συναρπαστική ιστορία με έντονο πολιτικό και πατριωτικό παρασκήνιο, που περιγράφεται αριστοτεχνικά με τη λιτή αφήγηση του σκηνοθέτη Michael Curtiz , και ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο-φωτιά, Bogart – Bergman, που η κινηματογραφική τους χημεία άναψε τη μεγάλη οθόνη. Ο ικανός τεχνίτης Michael Curtiz  ανέμειξε σε σωστές δόσεις το δράμα, το μελόδραμα, την κωμωδία και την ίντριγκα, δημιουργώντας ένα σφιχτοδεμένο σύνολο. Όλα τα στοιχεία στην Casablanca, το σενάριο, η ηθοποιία, η φωτογραφία, η σκηνοθεσία, η μουσική, βρίσκονται μεταξύ τους σε υπέροχη αρμονία.

Ο Ούγγρος Michael Curtiz σπανίως μνημονεύεται σε σχέση με το φιλμ του. Παρ’ όλο που η εξαιρετικά αποτελεσματική σκηνοθεσία του ήταν αυτή που έδεσε το πολυπρόσωπο καστ και μερίμνησε ώστε η Casablanca να αποδειχθεί μία ιστορία ηρώων και όχι εραστών, Ο Bogart σε γνώριμα χνάρια ερμηνεύει έναν αντιήρωα που του πάει γάντι. Κυνικός, με προσωπικό κώδικα ηθικής, πληγωμένος, μοναχικός, ευέλικτος, έξυπνος, έχοντας σκοτεινό παρελθόν και ακόμη σκοτεινότερο μέλλον έρχεται αντιμέτωπος με το μοναδικό πράγμα που δεν μπορεί να διαχειριστεί: την γυναίκα που ερωτεύτηκε και δεν μπορεί να έχει. “Of all the gin joints in all the towns in all the world, she walks into mine”.

Η Bergman, απ΄την άλλη προσφέρει στον ρόλο την χάρη και τη φινέτσα της, δύο στοιχεία που εξασφαλίζουν την συμπάθεια του θεατή η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένη αν σκεφτείτε ότι αυτό που διέπραξε η γλυκιά Ilsa στο Παρίσι ήταν μοιχεία και μάλιστα εις βάρος ενός ήρωα της Αντίστασης. Η Ilsa “I wish I didn`t love you so much” είναι μία εναλλακτική μοιραία γυναίκα, και αυτό γιατί δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει την επιρροή της πάνω στους δύο άντρες που την λατρεύουν. Δεν είναι η κλασσική femme fatale των καθαρόαιμων νουάρ.

Αξιομνημόνευτος επίσης ο ρόλος του γάλλου αστυνομικού Renault που ανατέθηκε στον Claude Rains και αυτός με την σειρά του φρόντισε να μας μείνει αξέχαστος ο ανθρωπάκος με το πονηρό βλέμμα, την βολική συνείδηση που έχει μία χαρακτηριστική δυσκολία να θυμηθεί αν είναι με το Vichy ή τον De Gaulle. Είναι μακράν ο πιο πολύπλοκος χαρακτήρας του φιλμ και σ’ αυτόν ανήκουν μερικές από τις πιο δηλητηριώδεις ατάκες με κορυφαία αυτήν που διαβάζεται με χίλιους τρόπους “Round up the usual suspects”.

Όλοι οι χαρακτήρες ζωντάνεψαν έξοχα σε αυτή την ταινία. Κι αυτό, γιατί το στούντιο της Warner είχε διαθέσιμο έναν πλούτο καταξιωμένων ηθοποιών, ο οποίος είχε αυξηθεί ακόμα περισσότερο με τον πόλεμο, με πολλούς ευρωπαίοι πρόσφυγες ηθοποιούς. Ηθοποιοί που ήταν αστέρια στην Ευρώπη δέχτηκαν με χαρά μικρούς ρόλους εδώ, δίνοντας εξαιρετική υποκριτική ποιότητα στην ταινία. Έτσι, 34 περίπου εθνικότητες απαρτίζουν συνολικά τον καστ της ταινίας και μας θυμίζουν πώς ήταν η Casablanca την εποχή του πολέμου. Ένα σημείο συνάντησης, φυγάδων, απελπισμένων, καιροσκόπων, απατεώνων, λιποτακτών, αντιστασιακών που θεωρούσαν ότι βρίσκονται μία στάση πριν από την Γη της Επαγγελίας. Και αυτό απεικονίζεται με θαυμάσιο τρόπο στην ταινία η οποία ολοκληρώνεται προσφέροντας λύτρωση στους πρωταγωνιστές της. Όχι ευτυχία. Λύτρωση.

Είναι γνωστό ότι η ταινία βασίστηκε στο θεατρικό των Murray Burnett-Joan Alison “Everybody Comes to Rick’s”. Το κείμενο όμως διαμορφώθηκε με την συνδρομή πολλών σεναριογράφων, που έφτιαξαν αξεπέραστους διαλόγους και ένα από τα επιτυχημένα σενάρια που έγιναν ποτέ, το οποίο τιμήθηκε με Όσκαρ. Είναι επίσης γνωστό, ότι το σενάριο δουλευόταν και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ώστε να προκύψει το πιο άρτιο και εμπνευσμένο αποτέλεσμα, που να ταίριαζε ρεαλιστικά στα αδιέξοδα των ηρώων. Ωστόσο το σενάριο δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Στην ουσία, λοιπόν, εξελισσόταν παράλληλα με τα γυρίσματα και ίσως τελικά πολλές από τις σκηνές κορύφωσης να είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας έμπνευσης ή σκηνοθετικού αδιεξόδου.  Γι΄ αυτό η ταινία χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα που αποπνέουν τα πλάνα της, και ακόμα περισσότερο, από την αγωνία και την ανασφάλεια στα μάτια της Bergman, η οποία μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν ήξερε ποιον από τους δύο ήρωες θα ακολουθούσε τελικά η Ilsa. Έτσι η happy ending εκδοχή του σεναρίου κατά την οποία το ζευγάρι δε χωρίζει με το κλείσιμο του φιλμ αλλάζεται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και η σύνοδος κορυφής των Roosevelt και Churchill στην Casablanca πριμοδοτεί την ταινία με έξτρα πόντους διαφήμισης – ωθώντας την στην άνετη κατάκτηση τριών Όσκαρ (ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου).

Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Max Steiner, με κορυφαία στιγμή τη «μάχη των τραγουδιών», όπου Σύμμαχοι και Γερμανοί αντιπαρατίθενται συμβολικά στο κλαμπ του Rick, τραγουδώντας οι μεν τη «Μασσαλιώτιδα», οι δε ένα ναζιστικό ύμνο. Και φυσικά, μια από τις κορυφαίες στιγμές της ταινίας είναι και το τραγούδι “As Time Goes By” του Herman Hupfeld, πάνω στο οποίο ο Steiner έχτισε όλο το του μουσικό θέμα, κάνοντάς το μια από τις πιο κλασικές μελωδίες στην ιστορία του σινεμά. Το τραγούδι αυτό, όχι μόνο ήταν το ερωτικό θέμα του ζευγαριού, αλλά και το κύριο συνδετικό τέχνασμα του Steiner για τους χαρακτήρες. Συνδέει τον Rick με την Ilsa, το παρόν με το παρελθόν, το κοινό με τους χαρακτήρες.