Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Hélène Cattet και Bruno Forzani
Σενάριο: Hélène Cattet και Bruno Forzani
Ηθοποιοί: Cassandra Forêt, Charlotte Eugène Guibeaud, Marie Bos, Bianca Maria D'Amato
Φωτογραφία: Manuel Dacosse
Μουσική: Bruno Nicolai, Stelvio Cipriani, Ennio Morricone
Τοποθεσία: Γαλλία - Βέλγιο 2009
Διάρκεια: 1h, 30min

Το Τζάλο είναι είδος ταινιών και λογοτεχνίας που εμφανίστηκε τον 20ό αιώνα στην Ιταλία(Giallo). Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του είναι ο τρόμος, το έγκλημα, η φαντασία και ο ερωτισμός. Ο όρος εμφανίστηκε αρχικά για να περιγράψει μια σειρά από φθηνά μυθιστορήματα τσέπης που εκδόθηκαν στην Ιταλία το 1929 στα κίτρινα εξώφυλλα εξώφυλλα των οποίων εμφανίζονταν αστυνομικές ιστορίες.

Στον κινηματογράφο, οι ταινίες τζάλο χαρακτηρίζονται από εκτενείς σκηνές φόνων με υπερβολική αιματοχυσία, περίεργα αισθητικά πλάνα, ασυνήθιστη μουσική επένδυση με έντονο όμως το στοιχείο του μυστηρίου και του τρόμου. Περιέχει συχνά γυμνό και σεξ.

Χαρακτηριστικοί σκηνοθέτες του είδους είναι ο Dario Argento(Suspiria, Inferno) και ο Mario Bava.

Το Amer που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει πίκρα είναι ένα σύγχρονο τζάλο. Ακολουθεί την πορεία της Άννας σε τρεις διαφορετικές φάσεις της ζωής της: Στην παιδική της ηλικία, στην εφηβική και στην ενήλικη. Κοινός παρονομαστής αυτών, είναι ο φόβος που νοιώθει η Άννα από τον απειλητικό περίγυρό της αλλά και ο έντονος ερωτισμός που περιβάλει και την ίδια αλλά και τις φοβίες της. Μια ωδή στην καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.

Είναι μια ταινία τρόμου, καθώς τα αισθήματα και ο φόβος της πρωταγωνίστριας εξωτερικεύονται στον θεατή μέσω της σκηνοθεσίας ενώ οι έντονες εναλλαγές εικόνων και χρωμάτων δημιουργούν μία ψυχεδέλεια που σε συνδυασμό με την μουσική καθιστούν -το φαινομενικά χωρίς πλοκή- αυτό φιλμ μια εμπειρία που βιώνεται οπτικοακουστικά μέσω των αισθήσεων.

Ακολουθεί ανάλυση σημείων της ταινίας που περιέχει spoilers και καλύτερο είναι να διαβαστεί μετά την προβολή.

Αρχικά βλέπουμε την Άννα σαν παιδί στο πατρικό της σπίτι την ημέρα που έχει πεθάνει ο παππούς της. Από το πτώμα του παίρνει ένα μενταγιόν συναισθηματικής αξίας το οποίο της αφυπνίζει δυσάρεστες μνήμες που την καταδιώκουν. Το δέσιμο της αλυσίδας του πάνω στο πόδι της δείχνει ότι την κάνει να ασφυκτιά, αλλά ταυτόχρονα το θέλει δικό της. Κρύβεται κάτω από ένα κρεβάτι και πατάει θρύψαλα γιαλού που την κόβουν. Όταν είναι στο δικό της, νερό στάζει από το ταβάνι και πλημμυρίζει κάτω από τις πόρτες. Όμως τελικά ούτε έχει κοπεί ούτε έχει βραχεί. Ο περίγυρός της που διαλύεται είναι μια μεταφορά για τον ψυχικό της κόσμο που καταρρέει. Όταν σπάνε γυαλιά, νερό ρέει από παντού και τα έντονα χρώματα (μωβ, πράσινο) κατακλύζουν την εικόνα, η αντίληψή της είναι λανθασμένη και φαντάζεται κάτι άλλο από αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα. Η πρώτη φάση τελειώνει με ένα κοντινό πλάνο στα μάτια της καταπιεστικής μητέρας της αλλά και στο μενταγιόν που της το παίρνει, σαν ένα γεγονός που την στιγματίζει.

Η Άννα πλέον είναι μια όμορφη έφηβη και πηγαίνει με την υπερπροστατευτική μητέρα της σε κάποιο μαγαζί. Στον δρόμο της κρατάει το χέρι ή την τραβάει κοντά της. Όταν φτάνουν, η Άννα νοιώθει όλα τα βλέμματα πάνω της, να την καταδιώκουν. Η μητέρα της της λέει να μην απομακρυνθεί όμως αυτή νοιώθοντας την ανάγκη να εξερευνήσει και να παίξει ακολουθεί ένα παιδί με μια μπάλα. Χάνεται και στην προσπάθειά της να γυρίσει πίσω περνάει μπροστά από ένα “απειλητικό” τσούρμο μηχανόβιων που την φοβίζει αλλά και την εξιτάρει ταυτόχρονα. Ενώ περπατάει προς το μέρος τους βλέπουμε την ανησυχία της πως θα την βλάψουν στην γλώσσα του σώματός της, το οποίο προσπαθεί να κρύψει αλλά μάλλον χαίρεται που την παρατηρούν. Στο τέλος η καταπιεστική της μητέρα την τιμωρεί που απομακρύνθηκε, μπροστά στους σαστισμένους μηχανόβιους.

Η Άννα είναι πλέον ενήλικη και θέλει μετά από καιρό να επιστρέψει στο πατρικό της. Μπαίνει σε ένα ταξί όπου νοιώθει ότι ασφυκτιά. Ο ταξιτζής της σκίζει τα ρούχα για να την εκμεταλλευτεί σεξουαλικά, όμως αυτό δεν συνέβη ποτέ. Η παράνοια στην οποία είναι αιχμάλωτη την κάνει να βλέπει έναν άντρα σαν εχθρό. Που μπορεί να τον ποθεί αλλά ταυτόχρονα τον φοβάται. Στο μισογκρεμισμένο σπίτι της, ανεβαίνει τις σκάλες όπου βρίσκονται οικογενειακά πορτραίτα. Σε επόμενη σκηνή τους λείπουν τα μάτια. Η μεγάλη έπαυλη όπου ζούσε μικρή την φοβίζει ακόμα. Γεμίζει την μπανιέρα και μπαίνει μέσα αλλά για ακόμα μια φορά το νερό ξεχειλίζει από παντού: Ο δαίμονάς της έχει ξαναγυρίσει και το δίπολο του πόθου και του φόβου είναι πάλι ισχυρό και εκφράζεται μέσω αντικειμένων όπως η χτένα και το ξυράφι. Μέσα στην έπαυλη φαίνεται κάποιος να την κυνηγάει, αλλά είναι μόνη της, και παλεύει με τα φαντάσματά της. Ο ταξιτζής επιστρέφει αλλά η Άννα τον δολοφονεί αισθησιακά. Κυνηγιέται πάλι με τον εχθρό της, και καταφέρνει να τον χτυπήσει. Τώρα όμως κείτεται στο νεκροτομείο σκοτωμένη.

Αλλά μια στιγμή πριν το τέλος ανοίγει τα μάτια. Δεν θα ήταν τόσο εύκολο το τέλος της μάχης της Άννας με το παρελθόν της. Τα φαντάσματα θα συνεχίσουν να την στοιχειώνουν.

Κείμενο: Λευτέρης Β. – Μέλος Κ.Ο.Π.Ι.
Περιέχει απόσπασμα ορισμού του τζάλο από Wikipedia