Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Θεόδωρος Αγγελόπουλος
Σενάριο: Θεόδωρος Αγγελόπουλος
Φωτογραφία: Γιώργος Αρβανίτης
Μουσική: Ελένη Καραϊνδρου
Ηθοποιοί: Μάνος Κατράκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Μαίρη Χρονοπούλου, Δώρα Βολανάκη
Βραβεία: Βραβείο σεναρίου και Βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ Καννών. Κρατικό βραβείο καλύτερης ταινίας, σεναρίου, Α' ανδρικού ρόλου (Μάνος Κατράκης), Α' γυναικείου ρόλου (Ντόρα Βολανάκη), σκηνογραφίας. Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβάλ Ρίο ντε Τζανέιρο.
Τοποθεσία: Ελλάδα 1984
Διάρκεια: 137’

Ο Αλέξανδρος, σκηνοθέτης του κινηματογράφου, ετοιμάζει μια ταινία. Περνά την κρίσιμη ηλικία, αμφιβολιών και υπαρξιακών κινδύνων. Ένα πρωί φεύγει θολωμένος απ’ το σπίτι του. Φτάνει στο στούντιο, όπου οι συνεργάτες του δοκιμάζουν μερικά γηραλέα άτομα για να βρουν τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Ο Αλέξανδρος περνά στο χώρο του καφενείου, όπου αναμένουν όλοι οι ήρωες της μελλοντικής ταινίας. Η ηθοποιός μάλιστα διαβάζει μια ατάκα του ρόλου της σχετική με την αξία του σώματος. Απρόσμενος μπαίνει ένας γέρος που πουλάει λεβάντα. Ο Αλέξανδρος τον αναγνωρίζει. Τον ακολουθεί ως το λιμάνι. Εκεί συναντά την αδερφή του Βούλα. Η ίδια ηθοποιός κρατά τους δύο ρόλους. Πάνε και οι δυο να υποδεχθούν τον πατέρα, πολιτικό πρόσφυγα του εμφυλίου που έρχεται απ’ τη Σοβιετική Ένωση μετά μακρόχρονη απουσία. Είναι ο ίδιος γέρος που πουλούσε λεβάντα. Ο πατέρας κι ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Τον παίρνουν και πηγαίνουν στο πατρικό σπίτι. Εκεί περιμένουν η γυναίκα, φίλοι και συγγενείς. Ο Αλέξανδρος ταξιδεύει μαζί του το πρωί για το χωριό. Στο αυτοκίνητο η γυναίκα και η Βούλα. Οι συγχωριανοί υποδέχονται το Σπύρο (γέρος) μιλώντας τη γλώσσα με τα σφυρίγματα. Κάποια εταιρεία σχεδιάζει να αγοράσει τους βοσκότοπους. Ο Σπύρος διαφωνεί, θέλει να κρατήσει τη γη του. Η οικογένεια ανοίγει το σπίτι. Οι χωρικοί κι ο πρόεδρος του χωριού τον κατακρίνουν επειδή θέλει να ματαιώσει το ξεπούλημα. Ο τελευταίος τον χαρακτηρίζει «νεκρό», «καταδικασμένο τετράκις εις θάνατον». Οι χωρικοί αδειάζουν το χωριό. Ο γέρος μένει μόνος του στο σπίτι, οι υπόλοιποι της οικογένειας φεύγουν. Η αστυνομία αρχίζει να τον αναζητά γιατί θεωρείται «άπατρις» και χωρίς ιθαγένεια. Οι αρχές προσπαθούν να βρουν τρόπο να τον απομακρύνουν από το ελληνικό έδαφος. Τον ρίχνουν σε μια μεταλλική φορτηγίδα και τον αφήνουν μεσοπέλαγα. Η γυναίκα θέλει να πάει μαζί του. Ταξιδεύουν συμφιλιωμένοι, σχεδόν αγαπημένοι, χωρίς προορισμό.

Η ταινία αρχίζει με την αποσιώπηση της άλλης ταινίας, που είχε προγραμματίσει ο Αλέξανδρος να γυρίσει. Σωστότερα με την απώθηση της στη σιωπή. Και συνεχίζει μέσα στη σιωπή που είναι ένα από τα ονόματα της απουσίας. Ο πατέρας –πολιτικός πρόσφυγας, τ’ άλλα πρόσωπα που τον τριγυρίζουν, λένε ελάχιστες φράσεις. Όσες χρειάζονται για να τονίσουν κι όχι να διασπάσουν τη σιωπή. Διάλογοι, μονολεκτικοί, θρυμματισμένοι. Μονόλογοι που βγαίνουν από τη μεγάλη σιωπή του παρελθόντος. Το σφύριγμα, η γλώσσα των παρανόμων, που ταυτόχρονα είναι κι εξοστρακισμός του προφορικού λόγου, δηλαδή μια ακόμη απουσία. Ελάχιστοι θόρυβοι, μετρημένες μουσικές παρενθέσεις. Το αργό κλωθογύρισμα του χρόνου ανάμεσα σ’ αυτές τις απουσίες. Ο πατέρας μπαίνει, απόντας ο ίδιος, μέσα σ’ έναν κόσμο απόντων.

Αν θέλαμε τώρα να ορίσουμε την κυρίαρχη σημασία στην έκφραση των πλάνων, θα την ονομάζαμε ελληνική ιθαγένεια. Κύρια οι χώροι και τα χρώματα, ύστερα οι άνθρωποι και οι χειρονομίες, ο σπάνιος λόγος και η μουσική. Όχι μια Ελλάδα του ήλιου και της γελαστής ομορφιάς, αλλά της ομίχλης, της βροχής και του σύννεφου. Σημεία της θλίψης, της απειλής, και πάλι της σιωπής. Εικόνες με κατάλοιπα φωτός. Ότι στράγγισε απ’ το πέρασμα των σύννεφων, ότι άφησε το σούρουπο, ότι δίνει ένα μικρό παράθυρο ή σκορπά μια ασθενική λάμπα. Αποχρώσεις υγρών και θαμμένων χρωμάτων. Του γκρίζου, του κίτρινου, του καφέ και του γαλάζιου. Οπωσδήποτε οι τόνοι, οι κηλίδες του μαύρου. Ύστερα οι ανθρώπινες φιγούρες. Γιατί δε διαγράφονται χαρακτήρες στα φιλμικά κείμενα του Αγγελόπουλου. Εγγράφονται άνθρωποι που σημαίνουν κάτι, όχι η ψυχολογική, προσωπική τους προβληματική και συμπεριφορά. Απ’ τους ηθοποιούς τον ενδιαφέρουν ορισμένα σημαίνοντα στοιχεία. Η φυσική τους παρουσία, το ντύσιμό τους, η χειρονομία, ο τρόπος έκφρασης του λόγου, όχι όμως και η ψυχολογική τους εκδήλωση. Οι ηθοποιοί είναι σώματα-σημεία περισσότερο και λιγότερο άνθρωποι σημεία.      

Ταξίδι στα Κύθηρα, στο παντού και στο πουθενά. Σχέδιο της νοσταλγίας ενός ταξιδιού στα Κύθηρα κι όχι ένα πραγματικό ξεκίνημα με τελικό προορισμό το επώνυμο νησί. Η καλύτερα, τα Κύθηρα στην απροσδιόριστη άκρη ενός διεσταλμένου χρόνου, όπου χωρούν τα αργά πλάνα του φιλμικού κειμένου ως στοιχεία της σύνταξης του, τα όνειρα του πηγαιμού και της επιστροφής, η αρχή μιας άλλης ταινίας, η περίοδος της ανέφικτης ευτυχίας, η χαμένη πατρίδα του πρόσφυγα που δε βρέθηκε, οι αλλεπάλληλοι θάνατοι κι οι σβησμένοι έρωτες, η απογοήτευση και η σιωπή των ηρώων της ταινίας, η ανεύρεση του σώματος ως τόπου προσωρινής σωτηρίας σε μια θάλασσα χωρίς ίχνος στέρεης γης στον ορίζοντα. Ο Σπύρος και η Κατερίνα κάνουν ένα βήμα πιο πέρα απ’ την Ιθάκη. Αποφασίζουν να ξαναξενιτευτούν μαζί. Να μη ξαναχωρίσουν πια. Η γριά Πηνελόπη λες και βλέπει ότι μάταια φύλαξε τόσα χρόνια την εστία. Αφού δε χωρά πια τον Οδυσσέα ήρθε ο καιρός να την αφήσει κι’ αυτή. Εστίες πια για τους δυο τους είναι τα δύο γεροντικά σώματα, το ένα σφιχτά κοντά στο άλλο, κι ο ελάχιστος χώρος που καταλαμβάνουν ανάμεσα σε θάλασσα, γη και ουρανό.

Βιβλιογραφία: Νίκος Κολοβός   Αιγόκερως/κινηματογραφικό αρχείο 103 Θόδωρος Αγγελόπουλος “Εκδόσεις Αιγόκερως”