Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Elia Kazan
Σενάριο: Tennessee Williams βασισμένο σε θεατρικό έργο του ίδιου
Φωτογραφία: Harry Stralding
Μουσική: Alex North
Ηθοποιοί: Vivien Leigh, Marlon Brando, Kim Hunter, Karl Malden
Βραβεία: Η ταινία κέρδισε 12 υποψηφιότητες για Όσκαρ, και τελικά βραβεύθηκε με 4 από αυτά. Ειδικό βραβείο και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας, καθώς και υποψηφιότητα για το χρυσό λέοντα.
Τοποθεσία: Η.Π.Α. 1951
Διάρκεια: 122’

Η όμορφη Blanche Dubois (Vivien Leigh) φτάνει στη Νέα Ορλεάνη για να επισκεφτεί την αδερφή της Stella (Kim Hunter), που είναι παντρεμένη με έναν όμορφο, αν και αγροίκο, Πολωνό εργάτη, τον Stanley Kowalski (Marlon Brando), τον οποίο και λατρεύει. Το ζευγάρι μένει σε ένα μικρό δυάρι, όπου εγκαθίσταται και η Blanche, η οποία καθώς φαίνεται έχει σκοπό να μείνει για μεγάλο διάστημα. Η Blanche και η Stella κατάγονται από μια αριστοκρατική αλλά οικονομικά κατεστραμμένη οικογένεια του Νότου και μεγάλωσαν σε μια έπαυλη στο Belle Reeve. Η Blanche παρέμεινε στο πατρικό σπίτι μέχρι να πεθάνουν και οι δυο γονείς τους, αλλά δυστυχώς το σπίτι χάθηκε προς όφελος των πολλών δανειστών της οικογένειας. Η μεγάλη όμως τραγωδία στη ζωή της Blanche ήταν η αυτοκτονία του νεαρού συζύγου της, ο οποίος δεν μπόρεσε να συμβιβαστεί με την ομοφυλοφιλία του. Ο Stanley, που περνάει τις ελεύθερες ώρες του πίνοντας και χαρτοπαίζοντας, εκδηλώνει από την αρχή την καχυποψία του για την απώλεια της έπαυλης, καθώς και τη δυσφορία του για τη μακρά παραμονή της κουνιάδας του, ακόμα περισσότερο από τη στιγμή που η Stella του αποκαλύπτει ότι περιμένει παιδί. Η Blanche από τη μια της αρέσει να τονίζει το χάος της κοινωνικής καταγωγής που χωρίζει αυτή και την αδελφή της από τον Stanley, αλλά από την άλλη μοιάζει να έλκεται από τον πρωτόγονο ερωτισμό του γαμπρού της. Η μόνη ηλιαχτίδα στη ζωή της Blanche είναι η παρουσία του Mitch (Karl Malden), φίλου και συναδέλφου του Stanley, ο οποίος τη φλερτάρει ευγενικά με φανερή την πρόθεση του να την παντρευτεί. Ο Stanley όμως ερευνά μέσω γνωριμιών του στη γενέτειρα της Blanche και πληροφορείται ότι μετά την αυτοκτονία του συζύγου της η Blanche αναλώθηκε σε σωρεία πρόσκαιρων ερωτικών σχέσεων, ακόμα και με έναν δεκαεπτάχρονο μαθητή της στο σχολείο όπου εργαζόταν σαν φιλόλογος. Αυτή άλλωστε ήταν και η αφορμή για να τη διώξουν από το σχολείο και η αιτία να φύγει από την πόλη. Τις πληροφορίες αυτές ο Stanley τις λέει στη Stella, αλλά και στον Mitch, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διακόψει τις σχέσεις του με την Blanche. Τη μέρα που η Stella πηγαίνει στην κλινική για να γεννήσει, ο Stanley μένει μόνος στο σπίτι με την κουνιάδα του και τη βιάζει. Αυτό ήταν και το οριστικό χτύπημα για τον ήδη κλονισμένο ψυχισμό της Blanche. Το ζευγάρι αποφασίζει να την κλείσει σε νευρολογική κλινική.

Το «Λεωφορείον ο Πόθος» είναι από τα πλέον γνωστά και σημαντικά θεατρικά έργα του 20ου αιώνα. Ο Kazan είχε ανεβάσει σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Broadway  μόλις λίγα χρόνια πριν, το 1947, το θαυμάσιο αυτό θεατρικό έργο του φίλου του Tennessee Williams. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε τους ηθοποιούς της θεατρικής παράστασης και στην ταινία, με εξαίρεση την Jessica Tandy που είχε παίξει το ρόλο της Blanche. Φυσικά κυρίαρχη είναι η παρουσία του Brando με τη δύναμη της ερμηνείας του, και τη συγκλονιστική ζωώδη γοητεία του.  

Η αρχική και φαινομενικά σωστή ιδέα του Kazan ήταν να αποδώσει με κινηματογραφική αληθοφάνεια όλες τις σκηνές της ζωής του Νότου που αφηγείται η Blanche, δηλαδή με λίγα λόγια να μετατρέψει τη θεατρικότητα σε κινηματογραφική αφήγηση. Αφού όμως ολοκλήρωσε το σενάριο, διαπίστωσε ότι η δύναμη του έργου ήταν τέτοια, ώστε το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να το αποδώσει όσο πιο πιστά γινόταν. Έτσι επέλεξε ένα είδος κινηματογραφημένης θεατρικής παράστασης, όπου όλα διαδραματίζονται σε σκηνικό δύο δωματίων. Χρησιμοποίησε μία μόνο μηχανή, θεωρώντας ότι δεν χρειάζεται ποικιλία δραματικών λήψεων, αλλά κλασική λιτότητα και αυστηρότητα. Άλλωστε οι εκφραστικοί και ιδιαίτεροι φωτισμοί της ταινίας δεν θα μπορούσαν να είναι αυτοί που είναι, αν έπρεπε να καλύψουν τις ανάγκες περισσότερων μηχανών από διαφορετικές γωνίες. Επίσης επέλεξε να χρησιμοποιήσει αρκετά συχνά κοντινά πλάνα, αφού ήταν τα μόνα που θα έδιναν την κινηματογραφική σφραγίδα η οποία αλλιώς θα υπέκυπτε στη θεατρικότητα των χώρων. Για να τονίσει τον κλοιό που έσφιγγε γύρω από την ηρωίδα, έφτιαξε το σκηνικό των δύο δωματίων με μετακινούμενα διαχωριστικά, έτσι ώστε όσο προχωρούσε η ταινία οι τοίχοι να συγκλίνουν δημιουργώντας έναν όλο και μικρότερο χώρο. Αυτό δεν είναι εύκολα αντιληπτό από το θεατή, αλλά παρ’ όλα αυτά του δημιουργείται σταδιακά η αίσθηση της ασφυξίας, αφού προς το τέλος η Blanche αναγκάζεται να κινηθεί σε έναν πολύ περιορισμένο χώρο.

 Η ταινία ήταν μάλλον η τελευταία η οποία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα με την ηθικοπλαστική αμερικανική λογοκρισία. Μάλιστα, πέρα από την επίσημη λογοκρισία στην Αμερική υπήρχε (και μάλλον συνεχίζει να υπάρχει) και μια εμπορική λογοκρισία, μια και κανένας παραγωγός δεν διακινδυνεύει να δυσαρεστήσει ομάδες πολιτών και πιθανών θεατών όπως το εβραϊκό ή το καθολικό λόμπι. Ο Kazan αναγκάστηκε να συγκαλύψει μια σειρά στοιχείων, όπως το γεγονός της ομοφυλοφιλίας του νεαρού συζύγου της Blanche. Παρ’ όλες αυτές τις περιπέτειες, η ταινία διαθέτει μια διαχρονική δύναμη και γοητεία, μια αισθητική στιβαρότητα και την αύρα ενός αρχέγονου μύθου.

Πλάτων Ριβέλλης: Χωρίς διάλειμα “Δεκατρείς σκηνοθέτες και το έργο τους”  Εκδόσεις Φωτοχώρος