Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Jean-Luc Godard
Σενάριο: Jean-Luc Godard
Φωτογραφία: Raoul Coutard
Μουσική: Maurice Leroux
Ηθοποιοί: Michel Subor, Anna Karina, Henri-Jacques Huet
Τοποθεσία: Γαλλία 1963
Διάρκεια: 88'

Ο Μικρός στρατιώτης, δεύτερη ταινία του Γκοντάρ. συνεχίζει ακόμα πιο έντονα τις φορμαλιστικές αναζητήσεις που εγκαινίασε ο σκηνοθέτης με το Με κομμένη την ανάσα: ο λυρισμός της γραφής, η λογοτεχνική διάσταση του λόγου, οι αναφορές στους Αραγκόν, Μπερνανός, Λένιν, Μάο, Μπαχ, Μπετόβεν, Μότσαρτ, οι πλαστικές αναζητήσεις του κάδρου, το ελεύθερο μοντάζ, οι ήχοι και η μουσική και κάθε εκφραστικό μέσο της ταινίας, συνθέτουν μια κατά κυριολεξία μουσική σύνθεση, από τις πιο γοητευτικές στο έργο του Γκοντάρ.

Κι όμως η ταινία χτυπήθηκε άγρια από την αριστερή κριτική σαν πολιτικά συγκεχυμένη, αντιδραστική και κρυπτο-φασιστική, την ίδια στιγμή που το γαλλικό κράτος της Δεξιάς απαγόρευε τελείως την προβολή της, εξαιτίας των αναφορών που έκανε στον πόλεμο της Αλγερίας και τις σκηνές των βασανιστηρίων. Τούτη η αντιφατική στάση απέναντι στο έργο ξεκινά από την αντιφατική υπόσταση του κεντρικού ήρωα, Μπρούνο. Λιποτάκτης του γαλλικού στρατού, καταφεύγει στην Ελβετία για να μην πολεμήσει στην Αλγερία. Εκεί όμως εργάζεται σαν πληρωμένος δολοφόνος για λογαριασμό μιας φασιστικής οργάνωσης, δέχεται να σκοτώσει για να εξασφαλίσει την αγάπη της Βερονίκ (Άννα Καρίνα), ενώ δεν γλυτώνει τελικά από τη θύελλα της βίας: συλλαμβάνεται από μια αντι-ιμπεριαλιστική αντίπαλη οργάνωση κι υποβάλλεται σε βασανιστήρια, όπως οι αντάρτες του F. L. Ν. από το γαλλικό στρατό (τούτη η ιδέα της διαστρέβλωσης των αρχών μιας επανάστασης που μάχεται με τα ίδια ανήθικα όπλα των αντιπάλων της, θα τη συναντήσουμε σε όλο το μετα-μαοϊκό έργο του Γκοντάρ).

Ο Γκοντάρ αρνείται να τοποθετήσει τον ήρωα του στο στρατόπεδο των καλών ή των κακών. Η πολιτική σύγχυση του Μπρούνο, αντανακλά την ανάλογη σύγχυση της γαλλικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου και κάτω από αυτήν την οπτική ο Μικρός στρατιώτης είναι η πιο πολιτικοποιημένη ταινία του Γκοντάρ στην πρώτη περίοδο του έργου του.

«Η ταινία είναι μια μαρτυρία της εποχής, λέει ο σκηνοθέτης. Έδειξα έναν άνθρωπο που βάζει στον εαυτό του πολλά ερωτήματα. Δεν έχει απαντήσεις. Το γεγονός όμως ότι θέτει ερωτήματα έστω με μπερδεμένο τρόπο, σημαίνει ότι προσπαθεί να βρει λύσεις. Η πρώτη φράση της ταινίας είναι: «Ο καιρός της δράσης πέρασε κι αρχίζει ο καιρός της σκέψης. Υπάρχει λοιπόν μια κριτική άποψη γι’ αυτά που βλέπουμε. Όσο για τη σύγχυση, έπρεπε να τη δείξω αφού ο Μικρός στρατιώτης είναι μια ταινία πάνω στη σύγχυση. Ο ήρωας βλέπει πως και ο O.A.S και το F.L.N. (αντίπαλες ιδεολογικά οργανώσεις) χρησιμοποιούν αποσπάσματα του Λένιν. Ο ίδιος είναι ένας θεωρητικός διανοούμενος, γι’ αυτό μπερδεύει τα πράγματα περισσότερο. Είναι μπερδεμένος, όχι όμως ψεύτικος. Πιστεύει ότι οι επιλογές του είναι σωστές. Εγώ δεν λέω ότι είναι σωστές η λαθεμένες, αλλά ότι είναι πιθανές. Τα γεγονότα αργότερα επιβεβαίωσαν αυτές τις απόψεις μου σε πολλά σημεία.

Αυτός είναι λοιπόν ο Μικρός στρατιώτης: ένα κοινωνικοπολιτικό δοκίμιο για την πνευματική σύγχυση των Γάλλων διανοουμένων στις αρχές του ‘60, που όμως θα προετοιμάσουν το έδαφος για την έκρηξη του ‘68. Ο Γκοντάρ δεν έπαψε από τότε να ταράσσει τα νερά του γαλλικού κινηματογράφου και να ενοχλεί τους πάντες με τις ανατρεπτικές και τολμηρές ιδέες του, που συνοδεύονται από ένα ανάλογο ψάξιμο των εκφραστικών μέσων του κινηματογράφου.

Βιβλιογραφία:                                                                                                                                                                                                              Ζαν Λυκ Γκοντάρ (εκδόσεις κάμερα στυλό), Γιάννης Σολδάτος “Ζαν Λυκ Γκοντάρ” (εκδόσεις Αιγόκερως), Βασίλης Ραφαλίδης “Λεξικό ταινιών”, Σ. Γιούτγκεβιτς “Μοντέλα πολιτικού κινηματογράφου”, Κινηματογραφικά τετράδια 1: Αφιέρωμα Γκοντάρ, Τσόντα 1: Κριτική Νίκολας Γκάρνχαμ.

Ό μικρός στρατιώτης (LE PETIT SOLDAT, 1963):  Το 1960 ο πόλεμος Αλγερία μαίνονταν, ο ΟΑΣ είχε τελειοποιήσει τις μεθόδους βασανιστηρίων, ο Ντε Γκώλ προσπαθούσε να βάλει -τάξη στο χάος- – κι ο Γκοντάρ κοιτώντας όλα αυτά -μέσα απ’ το βιζέρ της κάμερας» τολμούσε μόνο αυτός απ’ όλους τους Γάλλους κινηματογραφιστές, να χώσει βαθειά μέσα στην αιμάσουσα «εθνική πληγή- το νυστέρι – φακό της κάμερας του.

Αποτέλεσμα πρακτικό: Η λογοκρισία της πατρίδας του απαγόρευσε την προβολή της ταινίας μέχρι το 1963 και ο Γκοντάρ για πρώτη ίσως φορά συνειδητοποίησε ότι άλλο πράγμα είναι να κοιτάς τον κόσμο κι άλλο να προσπαθείς να τον αλλάξεις, ώστε να περιορισθούν στο μέλλον οι ευνουχισμοί, φρικτό προνόμιο των κρατούντων ισχυρών που μπορούν να κόβουν, κατά την περίσταση και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, άλλοτε το ψωμί, άλλοτε το φιλμ κι άλλοτε το κεφάλι που επιμένει να διεκδικεί δικαιώματα, υλικά και πνευματικά.

Αποτέλεσμα θεωρητικό: Ο μικρός στρατιώτης είναι το στίγμα και το σημείο επαφής μιας τριπλής σύγχυσης: α) της σύγχυσης μιας περιόδου της γαλλικής ιστορίας κατά την όποια ο «πατριωτισμός αναδιπλώνεται στο έδαφος τής Μητρόπολης αφήνοντας ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη άλλων εθνικισμών (στην περίπτωση μας, του αραβικού) αποδείχνοντας έτσι ότι τα ουμανιστικά ιδανικά, καύχημα και μπαντιέρα της γαλλικής κουλτούρας κάθε άλλο παρά πανανθρώπινα είναι αφού κάθε φορά πελεκούνται στην προκρούστεια κλίνη για να εξυπηρετήσουν πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα. β) Της σύγχυσης του ήρωα της ταινίας Μπρούνο (Μισέλ Σομπόρ) που έχοντας λιποτακτήσει απ’ το γαλλικό στρατό παραμένει φανατικός Γάλλος που αγαπάει εξίσου τον Αραγκόν και τον Μπερνανός, που πιστεύει ότι το εξωτερικό του προσώπου του δεν ανταποκρίνεται στο εσωτερικό και που θα’θελε να έχει τη δύναμη να χαράξει το δρόμο του μ’ ένα μαχαίρι. Αλλά δεν την έχει κι έτσι άλλοι χαράσσουν, με μαχαίρι φυσικά, έναν δρόμο που αρνείται να ακολουθήσει: Στη Γενεύη της ουδέτερης Ελβετίας καταλαβαίνει ότι η ουδετερότητα εξυπηρετεί άριστα και τους δυο αντιμαχόμενους και ότι δεν μπορεί να μα γίνει δολοφόνος ενός φίλου των Αλγερινών προκειμένου να εξασφαλίσει την αγάπη τής Βερονίκ (Άννα Καρίνα) και δυο διαβατήρια για τη Βραζιλία των ονείρων του. Τελικά, τα χάνει και τα δυο. Ο Μπρούνο είναι ήρωας μιας μοντέρνας τραγωδίας της οποίας την οδηγήτρια Μοίρα κρατούν στα χέρια τους όχι οι θεοί αλλά οι πιστολάδες και τ’ αποβράσματα. Η αρχική παραίτηση απ’ τη δράση θα είναι η αρχή μιας ολόκληρης αλυσίδας παραιτήσεων ενός νεαρού πού δεν πρόλαβε να κάνει δικό του τίποτα έκτος απ’ τον γέρο-Χάυδν και τα τρομαγμένα μάτια της Βερονίκ που δεν ξέρει αν έχουν το γκρι του Ρενουάρ ή το γκρι του    Βελάσκεθ.    Ο    δολοφόνος Mπρούvo παραμένει -εν πλήρη συγχύσει αθώος. γ) Η σύγχυση στο επίπεδο, της ιστορίας είναι η αιτία της σύγχυσης στο επίπεδο της φιξιόν (της ιστορίας του Μπρούνο) και η τελευταία είναι αποτέλεσμα της σύγχυσης του ίδιου του Γκοντάρ: Προς το παρόν παραμένει προσκολλημένος στην ουμανιστική παράδοση και περιορίζεται στο να συμπαθεί τον τραγικό του ήρωα, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει καμιά ερμηνεία για τα παθήματα του. Άλλωστε πιστεύει πώς είναι πιο σημαντικό να βάζει ερωτήματα απ’ το να ψάχνει για απαντήσεις: Το φιλμ που ξανοίγει με μια δήλωση για την άξια του στοχασμού (ο καιρός τής δράσης πέρασε, ήρθε ο καιρός της σκέψης) Κλείνει με το ερωτηματικό «πώς; Δηλαδή πως θα ήταν δυνατό ν’ αντικαταστήσει η σκέψη το μαχαίρι μέσα σ’ ένα κόσμο που συνεχώς και περισσότερο καταφεύγει στην λογική του μαχαιριού» και την πειθώ του αίματος»; Την κλιμακωμένη απάντηση πρέπει να την ψάξουμε στις επόμενες ταινίες του Γκοντάρ Άλλωστε, ολόκληρο το έργο του δεν είναι παρά μια σειρά από κεφάλαια – ταινίες. Όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, ο Γκοντάρ γυρίζει παραλλαγμένα την ίδια ταινία, ψάχνοντας μια απάντηση στο ίδιο ερώτημα: Τριάντα αιώνες ιστορίας του πολιτισμού υπήρξαν για να κάνουν δυνατή την επιστροφή στη βαρβαρότητα; Αν όχι, ποιες διέξοδοι απομένουν ανοιχτές, αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι οι άξιες του παραδοσιακού ουμανισμού που τόσο επίμονα και σοφά τις έψαξε και τις απογύμνωσε απ’ τον Ιδεαλισμό τους ο Γκοντάρ (κλιμακώνοντας την έρευνα από ταινία σε ταινία και κάνοντας την προηγούμενη ταινία να λειτουργεί σαν ερώτημα για την επόμενη) έχουν χρεοκοπήσει εντελώς; Είμαστε καταδικασμένοι να μείνουμε στρατιωτάκια μολυβένια (ο τίτλος τής ταινίας πρέπει να νοείται μάλλον μ’ αυτή τη μεταφορική έννοια) σ’ ένα στρατηγικό παιχνίδι του όποιου αγνοούμε η δεν ελέγχουμε τους κανόνες;

 Το Βήμα 17-2-76