Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Jean-Luc Godard
Σενάριο: Guy de Maupassant, Jean-Luc Godard
Φωτογραφία: Willy Kurant
Μουσική: Jean-Jacques Debout
Ηθοποιοί: Jean-Pierre Léaud, Chantal Goya, Marlène Jobert, Michel Debord
Βραβεία: Βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας και εύφημος μνεία στο φεστιβάλ Βερολίνου.
Τοποθεσία: Γαλλία 1966
Διάρκεια: 103’

Με το Masculin-feminin, ο κινηματογράφος του Γκοντάρ περνά σε μια νέα περίοδο πιο ώριμη αλλά ίσως λιγότερο εντυπωσιακή, που προσανατολίζεται στην κοινωνιολογική έρευνα που εκείνη την εποχή γνωρίζει, ειδικά στη Γαλλία ιδιαίτερη άνθιση. Ειδικότερα, επηρεασμένος από τις κοινωνιολογικές μελέτες  σαν κι αυτές του Λεφέμπρ, επιχειρεί μέσα από το φακό του να καταγράψει διάφορους κοινωνικούς τύπους που να αποδίδουν την ψυχοσύνθεση της παρισινής νεολαίας του 1965.

Η ταινία συγκροτείται από μια σειρά σεκάνς-ταμπλώ χωρίς δραματουργική εξέλιξη όπου οι ηθοποιοί καλούνται να αυτοσχεδιάσουν. Ο σκηνοθέτης μάλιστα τους έχει εφοδιάσει με μικρά ακουστικά που δε φαίνονται και τους κάνει συνεχώς ερωτήσεις την ώρα των γυρισμάτων (που  ο θεατής δεν ακούει). Τούτη η τηλεοπτική αισθητική, όπου η υπόθεση συγχέεται συνεχώς με τη πραγματικότητα και η δημιουργία της ταινίας γίνεται ένα χάπενινγκ, όπου δεν μπορείς να διακρίνεις το φτιαχτό από το αληθινό, ήταν πραγματικά κάτι το εξαιρετικά νέο και πρωτοποριακό   το 1966 έστω κι αν σήμερα δεν κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση. 

Ο σκηνοθέτης ορίζει το Αρσενικό-Θηλυκό «μια έρευνα για την νεολαία και το σεξ στη Γαλλία, το Δεκέμβριο του 1965». Σε κάποια στιγμή της ταινίας θα κατονομάσει του  ήρωες του  «παιδιά του Μαρξ και της Κόκα-κόλα». Από τη μια το σύμβολο της επανάστασης, από την άλλη το κατεξοχήν καταναλωτικό προϊόν της κοινωνικής αλλοτρίωσης. Κι όμως αυτές οι φαινομενικά ασυμβίβαστες έννοιες συνυπάρχουν  σε μια νεολαία διχασμένη ανάμεσα στα καταναλωτικά πρότυπα και τη βιταλιστική ανάγκη να μείνει αγνή σε ένα κόσμο  διαβρωμένων αξιών. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στον κεντρικό ήρωα, τον Πωλ, που διατηρεί το ρομάντζο των μέχρι τώρα γκονταρικών ηρώων: ο μοναδικός άνδρας  σε ένα βασίλειο αλλοτριωμένων γυναικών επιμένει  να φωνάζει ότι «το κέντρο του κόσμου είναι η αγάπη». Ανήσυχος, γεμάτος ερωτηματικά, αδιάφορος  για την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική ανάδειξη, θέλει να ορίσει διαφορετικά την ζωή του. Τούτη η αγωνιστική παρόρμηση θα τον φέρει στους κόλπους της κομματικής αριστεράς, αλλά ο Πωλ δεν μένει απόλυτα ικανοποιημένος.

Οι γυναίκες αντίθετα αποτελούν τους αντίποδες του Πωλ. Απόλυτα προσαρμοσμένες  στην κοινωνία  μέσα στην οποία ζουν, συγκροτούν μια δυναμική ομάδα που ξέρει που ξέρει τι θέλει και πως θα το αποκτήσει. Παίζουν με τους κανόνες του συστήματος, χρησιμοποιούν τον Πωλ και τους άλλους, είναι ανίκανες να έχουν καθαρά συναισθήματα, να μη βάζουν το συμφέρον τους υπεράνω όλων. Ο Πωλ δεν αναγνωρίζει την Μαντλέν όταν ηχογραφεί τον πρώτο της δίσκο. Η ιδέα και μόνο ότι θα ανέβει στο Ολυμπιά  για να τραγουδήσει τον τρελαίνει. Η αθωότητα του όμως δεν τον βοηθά, είναι καταδικασμένος σε μια κατά μόνας επανάσταση, αφού και η τελευταία του προσπάθεια να βρει τη σωτηρία  μέσα  από τον έρωτα καταλήγει σε αποτυχία .

Επιπλέον, θα   μπορούσαμε να αναφέρουμε, ότι  ο έρωτας για ακόμη μια φορά εκπορνεύεται. Το περιβάλλον αποδεικνύεται ισχυρότερο από το ρομαντισμό του κεντρικού προσώπου του Πωλ και μέσω της αλλοτριωμένης γυναικείας υπόστασης επιβάλλεται με οδυνηρό τρόπο . Ο Γκοντάρ παραδίδει τον έρωτα στο κυνισμό της σύγχρονης κοινωνικής σκέψης και υποβάλλει την προσωπική του αγωνία στον θεατή δίνοντας την ευκαιρία στον ίδιο να στοχαστεί και να αντιληφθεί την τραγικότητα  των κοινωνικών συνθηκών, παρ’ ότι ο ίδιος δε διαθέτει διεξόδους. 

Κι όμως κατά βάθος το Αρσενικό-Θηλυκό δεν είναι μια απαισιόδοξη ταινία. Γυρισμένη  δύο χρόνια πριν από το Μάιο του 68 , αντανακλά μέσα της το δυναμισμό μιας γενιάς που θα ξεσπάσει στους δρόμους του Παρισιού, αλλά για την ώρα προβληματίζεται, όπως  και ο Πωλ, για την ερημιά του έρωτα και το αδιέξοδο του συμβατικού πολιτικού αγώνα, ενώ δίπλα τους οι κοπέλες κοιτάζουν τα  νέα μοντελάκια του Elle, πίνοντας Κόκα-κόλα.