Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Andrei Zvyagintsev
Σενάριο: Vladimir Moiseyenko, Aleksandr Novototsky
Φωτογραφία: Mikhail Krichman
Μουσική: Andrei Dergatchev
Ηθοποιοί: Vladimir Garin, Vanya Dobronravov, Konstantin Lavronenko
Βραβεία: Χρυσό λιοντάρι καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Βενετίας, Βραβείο Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής FIPRESCI στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Βραβείο Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής FIPRESCI στο Φεστιβάλ Palm springs, Βραβείο Fassbinter από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου.
Τοποθεσία: Ρωσία 2003
Διάρκεια: 105’

Η επιστροφή είναι η  πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αντρέι  Ζβιαγκίντσεφ και περιγράφει τη σχέση ανάμεσα σ’ έναν πατέρα και τους δυο γιους του, όταν ο πατέρας επιστρέφει ύστερα από απουσία δώδεκα χρόνων. Ένα ταξίδι των παιδιών μαζί με τον πατέρα ξεκινά, ένα ταξίδι εφτά ημερών που υποβάλλει τις εφτά μέρες της δημιουργίας της Βίβλου, όπου ο πατέρας παίρνει τη μορφή ενός θεού ή κάποιου μυθικού προσώπου. Η συνάντηση ανάμεσα σε πατέρα και γιους θα προκαλέσει συγκρούσεις, φέρνοντας στην επιφάνεια ψυχικά τραύματα και μίση που θα οδηγήσουν σ’ ένα τραγικό φινάλε.

Συγκεκριμένα, οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο αδέρφια, ο Αντρέι και ο Ιβάν, που ζουν με τη μητέρα τους και τη γιαγιά τους στη ρώσικη επαρχία. Επιστρέφοντας στο σπίτι έπειτα από μια απογευματινή ανέμελη βόλτα, βρίσκουν ένα αμάξι παρκαρισμένο μπροστά στην είσοδο. Ποιος μπορεί να είναι; Κανείς άλλος από τον πατέρας τους που επιστρέφει ύστερα από δώδεκα  χρόνια απουσίας. Τα παιδιά δεν μπορούν να το πιστέψουν. Ποιος είναι αυτός ο άντρας; Γιατί γύρισε; Γιατί τώρα; Είναι ενθουσιασμένα αλλά και μπερδεμένα. Ο Αντρέι ο μεγαλύτερος, αποφασίζει να δεχτεί τον πατέρα του, έτοιμος να τον ακολουθήσει σε μια αναπάντεχη εκδρομή, ενώ ο Βάνια είναι ξεκάθαρα εχθρικός απέναντι του. Έχουν βέβαια και οι δύο πολύ λίγα δεδομένα – η πατρική φιγούρα που περίμεναν τόσα χρόνια μπορεί να έχει τα μορφικά χαρακτηριστικά του, αλλά δείχνει ξένος απέναντι τους: ανυπόμονος και απρόσμενα αυστηρός (δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει βία όταν διαισθάνεται «ασέβεια»), περιμένει από αυτούς να συμπεριφερθούν σαν ενήλικες και όχι σαν παιδιά. Το ταξίδι τους μοιάζει να είναι στο πουθενά και το τέλος του τους  βρίσκει σε ένα απομονωμένο νησί.

Η τραγωδία μοιάζει να είναι -και είναι- αναπόφευκτη. Αλλά αυτό που συμβαίνει μετά κάνει το ταξίδι τόσο συναρπαστικό. Πρόκειται για την ιστορία δύο παιδιών που οδηγούνται στην ενηλικίωση χωρίς να το θέλουν, αλλά μην μπορώντας να κάνουν αλλιώς. Ο σκηνοθέτης μέσω της ταινίας στήνει ένα αναλυτικό χάρτη της ανθρώπινης φύσης, υφαίνοντας έναν αριαδνικό μίτο προς τη χαμένη αθωότητα και αντίστροφα, δίνοντας ταυτόχρονα μια οικουμενική διάσταση στο θέμα της βίαιης και απότομης ενηλικίωσης.

Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, στην ταινία παρατηρούμε από την μια την  πλήρη εναντίωση του μικρού αδερφού προς τον πατέρα  και από την άλλη τη τυφλή υποταγή του μεγαλύτερου, κάτι που ίσως μας θυμίσει την ανθρώπινη ιστορία. Στο μυστηριώδες νησί ο πατέρας πεθαίνει, τα παιδιά γίνονται άντρες και η ζωή συνεχίζεται. Ακόμα και στο τέλος πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα. Τί ξέθαψε ο πατέρας στο νησί; Τί συμβαίνει μετά; Ποιο το παρελθόν του πατέρα; Κι όμως δεν έχουν σημασία. Έτσι είναι η ιστορία. Όποιοι έρχονται φεύγουν, όποιοι γεννήθηκαν θα πεθάνουν και κάποτε τα παιδιά θα μεγαλώσουν. Θα ανακατώσουν τα πράγματα και μετά θα σβήσουν. Δεν είναι παρά η φυσική ροή του χρόνου. Όπως και στην ταινία, η οποία θα ξεκινήσει με ένα ψηλό πύργο και θα τελειώσει με έναν άλλο πύργο.

Η ταινία θα μπορούσε να ερμηνευθεί  και σαν μια θρησκευτική αλληγορία, μιας και βρίθει τέτοιων αναφορών, όπως για παράδειγμα στην σκηνή, στην οποία  η παλιά φωτογραφία του πατέρα βρίσκεται μέσα σε μια βίβλο με την εικόνα του Αβραάμ να ετοιμάζεται να θυσιάσει τον Ισαάκ. Σε αυτή τη σκηνή διακρίνεται ένας παραλληλισμός μεταξύ του πατέρα και του προφήτη. Οι προφήτες δεν γίνονταν δεκτοί από τους δικούς τους ανθρώπους, αφού συναντούν την αμφιβολία και το μίσος. Είναι επίσης ο Ένας, ο υπεράνω όλων. Ο απόμακρος Θεός, ο Θεός που θέλει να είναι κοντά στα παιδιά του, αλλά και ο Θεός που τα πληγώνει. Ο Θεός που δίνει εντολές και ο Θεός που τιμωρεί. Ο άνθρωπος δεν δέχεται την ύπαρξη του Θεού. Μόλις Εκείνος κάνει την παρουσία του, ο άνθρωπος κόβεται στα δύο. Πιστοί και πολέμιοι. Οι πιστοί θα προσπαθήσουν να φέρουν τους άπιστους κοντά στον Πατέρα. Κάποιοι μιλούν για μια αντιπαραβολή που γίνεται μεταξύ της θυσίας του Αβραάμ και του Οιδίποδα. Η ιστορία εδώ παίρνει τον δρόμο του Οιδίποδα. Ο γιός σκοτώνει τον πατέρα για να απελευθερωθεί. Και έτσι γίνεται, τα δύο αδέρφια ενηλικιώνονται. 

Ο σκηνοθέτης δεν πραγματεύεται όμως το θέμα της ενηλικίωσης μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε εθνικό. Χαρακτηριστική είναι άλλωστε και η περίοδος των 12 ετών απουσίας του πατέρα, που ισούται με το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην πτώση του κομμουνισμού στη Ρωσία (1991) και το γύρισμα της ταινίας (2003). Παρατηρούμε δηλαδή την ενηλικίωση ενός ολόκληρου έθνους, το οποίο προσπαθεί ν’ αποτινάξει τα κατάλοιπα του υπαρκτού σοσιαλισμού, δυσκολεύεται ωστόσο να το πράξει μιας και αυτά αποτελούν μέρος της ιστορίας του και της συλλογικής μνήμης του λαού. Παρόμοια συναισθήματα βλέπουμε να τρέφει στην ταινία και το παιδί προς τον πατέρα του. Η νέα και η παλιά Ρωσία μάχονται για το ποια από τις δύο θα επικρατήσει.  Για να κερδίσει τελικά η νέα θα πρέπει ν’ αφήσει το παρελθόν της και να βρει την καινούρια της ταυτότητα, όπως άλλωστε συμβολικά μας δηλώνει ο σκηνοθέτης, μέσα από τη σταδιακή βύθιση της βάρκας που περιέχει το πτώμα του πατέρα (παραπέμπει στον «πατερούλη» Ιωσήφ Στάλιν). Ενώ η ταινία βρίσκεται στο  τέλος της, ο θεατής παρατηρεί το νεκρό σώμα να χάνεται στην αχλή του χρόνου και της λήθης, όπως και το παλιό καθεστώς.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμίσουμε τις εκπληκτικές ερμηνείες των νεαρών πρωταγωνιστών, οι οποίες χαρίζουν στο φιλμ μια αφτιασίδωτη φυσικότητα. Τραγική ειρωνεία ο θάνατος του Vladimir Garin (Αντρέι) από πνιγμό, στην ίδια λίμνη που γυρίστηκε η εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας.